Follow by Email

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Συνέντευξη του Αργύρη Μπακιρτζή (εφημερίδα "Πυξίδα", Μάρτης 2008)


Συνέντευξη στον Αντώνη Περιβολάκη

Με τίτλο «Το πέρασμά σου» είχαμε μια απολαυστικότατη συζήτηση με τον πληθωρικό ερμηνευτή, και ψυχή του συγκροτήματος, Αργύρη Μπακιρτζή. Υπερτασικός Αρχιτέκτονας της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας με ειδίκευση στην αναστήλωση μνημείων, χειμαρρώδης συνομιλητής και λαϊκός περφόρμερ στις εμφανίσεις του. Αρχαιολογία και μουσική μερικά από τα θέματα της υπερδίωρης κουβέντας μας. Πάντως, μας έπεισε με θυμοσοφία, πως όταν τα πράγματα πηγαίνουν άσχημα, ίσως τελικά αυτό να μην είναι κατ΄ ανάγκη αρνητικό…

Πυξίδα: Λοιπόν, κύριε Μπακιρτζή, οι Χειμερινοί Κολυμβητές είστε από τα μακροβιότερα συγκροτήματα διεθνώς;

Αργύρης Μπακιρτζής. Έτσι φαίνεται, αφού έχουμε ξεκινήσει από τα τέλη της δεκαετίας του ’60.

Δεν είστε όμως όλοι μουσικοί, έτσι;

Κάποιοι είναι μουσικοί και ζουν από αυτό.

Εσείς ο ίδιος είστε μουσικός;

Κατά κάποιο τρόπο ναι. Αφού ασχολούμαι με τη μουσική και έχω συνεργάτες μουσικούς.

Γνωρίζω όμως ότι και ως αρχιτέκτονας που είστε στην Αρχαιολογική υπηρεσία έχτε μεγάλες ευθύνες διαχείρισης πακέτων Ευρωπαϊκών, έτσι δεν είναι; Ποιο είναι όμως το πρώτο επάγγελμα;

Ναι, το πρώτο μου επάγγελμα δεν είναι μουσικός. Είναι όμως και αυτό ένα επάγγελμα από τη στιγμή που έχω έσοδα από αυτό…

Ναι αλλά στα τελευταία κυρίως χρόνια οι εμφανίσεις σας είναι περιορισμένες.

Περιορισμένες αλλά σταθερές. Δεν μειώθηκαν.

Πριν εισαχθείτε στην Αρχιτεκτονική είχατε περάσει και στην Ιατρική – εκείνα τα χρόνια μπορούσες να δώσεις εξετάσεις σε διαφορετικές σχολές. Γιατί δεν μπήκατε στην Ιατρική;

Είχα προεπιλέξει την Αρχιτεκτονική εξαιτίας ενός καθηγητή Σάββα που ήταν γνωστό ότι «έκοβε» τους φοιτητές. Έτσι σπούδασα Αρχιτεκτονική στην Θεσσαλονίκη και μετά έκανα ειδικότητα στην Ιταλία, στη Ρώμη.

Πείτε για μια από τις πρώτες σας επαφές που θυμάστε με τη μουσική…

Ήταν γύρω στο 63 με 64. Κατηφόριζα στα παλιατζίδικα της Θεσσαλονίκης κοντά στην Ολύμπου και ξαφνικά άκουσα μια μουσική που με μάγεψε. Δεν το είχα ξανακούσει αυτό. Άκουγα μια Ελλάδα που δεν υποπτευόμουν ότι υπήρχε. Ήταν το γνωστό τραγούδι του Μάρκου «χαράματα η ώρα τρεις» από ένα γραμμόφωνο. Και το αγόρασα. Είχαμε τότε στο σπίτι ένα πικάπ που έπαιζε και 78 στροφών και μάλιστα ο πατέρας μου το τραγουδούσε στη μάνα μου, της έκανε καντάδες. Από αυτό το τυχαίο περιστατικό ξεκίνησε η όλη ενασχόλησή μου με αυτά τα τραγούδια. Έχω μια συλλογή πολύ μεγάλη από ρεμπέτικα, σε δίσκους. Και μάλιστα θυμάμαι ότι ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι τη στιγμή που τους αγοράζαμε, με μια δραχμή τον έναν γιατί αισθανόμασταν σαν να ανοίγαμε ένα μπαούλο ξεχασμένο και βρίσκαμε θησαυρούς. Θυμάμαι με τι τρέλα ανακαλύπταμε και ακούγαμε το κάθε τραγούδι. Φανταστείτε, υπήρχαν δισκάκια που είχαν να ακουστούν τριάντα ή σαράντα χρόνια.

Και πότε αποκτήσατε κάποιο μουσικό όργανο;

Είχα πάει στα 19 μου στο πάρτι κάποιας παλιάς συμμαθήτριάς μου από το δημοτικό με την οποία αργότερα ξαναβρεθήκαμε συμφοιτητές στο Πολυτεχνείο στη Θεσσαλονίκη. Ήταν η αδελφή του Ισίδωρου Παπαδάμου (πρώην μέλους των «Χειμερινών Κολυμβητών»). Εκεί ο Ισίδωρος μου έκανε δώρο ένα μπουζούκι. Έτσι ξεκίνησα. Έκτοτε κάναμε κάποιες «συνεργασίες», όπως ας πούμε με το Σιδέρη. Το ΄74 κάναμε κάτι καλές ηχογραφήσεις, σκεφτήκαμε να κάνουμε ένα δίσκο. Ήδη από το ΄69 είχαμε βγάλει το πρώτο τραγούδι, ακόμα αδημοσίευτο. Αναφέρεται στο Οκτάγωνο των Φιλίππων, μια παλαιοχριστιανική εκκλησία στην οποία έκανα μια εργασία επί ένα οκτάμηνο. Πήγαινα λοιπόν και δούλευα εκεί τα βράδια που είχε φεγγάρι. Είχα ένα βράδυ μια παραίσθηση ότι κάπως ζωντάνεψε και έγραψα ένα τραγουδάκι. Κάναμε λοιπόν, όπως σας έλεγα, κάτι ηχογραφήσεις το ’74. Μάλιστα θυμάμαι ότι πήγα στη LYRA, τότε ήταν ο Πατσιφάς. Με δέχτηκε, τα είχε ακούσει, ή τα άκουσε εκείνη την ώρα … δεν θυμάμαι ακριβώς… και μού είπε «εσείς θέλετε να ασχοληθείτε με τη μουσική τώρα; Μα η Αρχιτεκτονική είναι τέχνη μείζων, ενώ η μουσική τέχνη μινόρε. Θέλετε λοιπόν να ασχοληθείτε με τη μουσική;». Εγώ δεν είχα καμιά απάντηση γι΄ αυτό σηκώθηκα κι έφυγα. Θυμάμαι πως σχολίασε ότι τραγούδια μας ήταν ωραία αλλά είχαν ένα στοιχείο κανταδόρικο το οποίο δεν είναι της εποχής μας.

Είστε από τα λίγα συγκροτήματα, από τους λίγους τραγουδοποιούς που έχουν μια ιδιομορφία στη θεματολογία. Πώς σας κόλλησε αυτή η ιδέα ενώ γνωρίζατε ότι στατιστικά υπάρχει μια στάνταρ θεματολογία;

Τα τραγούδια μου όλα είναι βιωματικά. Όλα. Δεν μπορώ να γράψω ένα τραγούδι αν δεν το βιώνω σαν δικό μου.

Δεν σκεφτήκατε ποτέ ότι θα δημιουργηθούν παράξενα συναισθήματα στον ακροατή; Υπάρχουν τραγούδια σας για το ποία ο ακροατής σκέφτεται «τώρα αυτός τραγουδάει ο,τι τον φωτίσει ο θεός». Αργότερα βέβαια, και ειδικά στις συναυλίες σας, τα εξηγείτε. Όμως δεν είναι λίγο περίεργο αυτό; Δεν νομίζω ότι είμαστε τόσο χαμηλού I.Q. ώστε να δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να καταλάβουμε κάποια τραγούδια σας, έτσι;

Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Έτσι λειτουργείτε όλοι;

Ναι.

Μήπως όμως κύριε Μπακιρτζή, εσείς προσωπικά, ως βασικός ερμηνευτής των Χειμερινών Κολυμβητών επιβάλλατε μια τέτοια νοοτροπία στο συγκρότημα;

Α.Μ. Κοίταξε, οι περισσότεροι από τους Χειμερινούς Κολύμβητές έχουν το συγκρότημα αυτό ως δεύτερη ή ως τρίτη μουσική τους ασχολία. Οπότε, εγώ, τι να επηρεάσω; Ο κάθε μουσικός έχει τη δική του μουσική ασχολία, τους δικούς του δίσκους , τις δικές του παραγωγές κλπ. Εμείς βρισκόμαστε κατά καιρούς και κάνουμε αυτό που κάνουμε. Αυτό που γίνεται είναι κάτι πολύ προσωπικό, και κατά μια ευτυχή συγκυρία υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που τους αγγίζει. Πιθανότατα για πολύ διαφορετικούς λόγους. Μου είπαν λόγους για τους οποίους άγγιξε κάποιους ένα τραγούδι οι οποίοι λόγοι δεν είχαν καμία σχέση με τους λόγους για τους οποίους το είχα γράψει…

Με το σινεμά γιατί ασχολείστε; Επειδή σας θέλει ο κύριος Σταύρος Τσιώλης;

Ναι. Είμαι ηθοποιός του Τσιώλη, μόνο του Τσιώλη. Έχουμε κάνει μαζί τις ταινίες «Έρωτας στη χουρμαδιά», «Σας παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε», «Ας περιμένουν οι γυναίκες», «Ο θησαυρός του Χουρσίτ Πασά». Μάλιστα σχετικά πρόσφατα με πήραν τηλέφωνο από ένα γραφείο κάστινγκ για να μου προτείνουν ένα δοκιμαστικό για να παίξω ένα ρόλο. Αρνήθηκα ευγενικά, τους είπα ότι δεν ενδιαφέρομαι για τι εγώ έχω μόνο έναν σκηνοθέτη, τον Τσιώλη. Θα πρέπει, συνεπώς, κάποιος να με πείσει ότι αξίζει τον κόπο να συμμετάσχω σε κάτι άλλο και αυτό είναι δύσκολο.

Στον τελευταίο σας δίσκο, «Το πέρασμά σου» έχετε μόνο ποίηση. Γιατί;

Αποφάσισα να συγεντρώσω όλες τις μελοποιήσεις που έχω υπάρχουν. Υπάρχουν κι άλλα βέβαια που έχω μελοποιήσει . Αλλά προς το παρόν δεν χωρούσαν περισσότερα.

Πρόκειται λοιπόν για ένα δίσκο με ποιήματα που ξεκινούν από τον 1ο αιώνα και φτάνουν μέχρι σήμερα. Περιέχει πολλούς ποιητές όπως Σεφέρης, Ελύτης, Αζίζ Νεσίν, Σαίξπηρ, Βαρβέρης, Βάρναλης και άλλοι.

Αξίζει να σας πώ για το κομμάτι «Τρελή Ροδιά» του Σεφέρη, το οποίο υπάρχει στο CD, ότι το έγραψα σε μια περίοδο που με πλημμύρισε μουσική και ταυτόχρονα ζήλεψα το γεγονός ότι δεν γνώριζα, δεν κατείχα τα εκφραστικά μέσα για τη μουσική. Αισθάνθηκα ότι με έπνιγε η μουσική τότε. Ήταν μόλις είχα πρωτοπάει στην Ιταλία στη Ρώμη.

Τι ρόλο παίζει η ποίηση σήμερα; Εσείς πήρατε κομμάτια κλασσικά και τα μελοποιήσατε.

Ναι, δεν είναι όλα κλασικά, υπάρχουν και κομμάτια που δεν είναι τόσο γνωστά, ίσως και εντελώς άγνωστα θα έλεγα. Τέλος πάντως, θα έλεγα ότι στο μέτρο που διαβάζουμε ποίηση η ποίηση παίζει πολύ μικρότερο ρόλο, υπάρχει η τηλεόραση. Είναι αλήθεια επίσης ότι η ποίηση δεν προβάλλεται καθόλου σήμερα από τα μέσα ενημέρωσης. Μόνο σε εφημερίδες ή περιοδικά και αυτό πολύ σπάνια.

Ετοιμάζετε κάτι άλλο μετά από το CD «Το πέρασμά σου»;

Υπάρχει υλικό για τουλάχιστον 2 CD ακόμα. Ο ένας δίσκος θα είναι με τραγούδια δικά μου και ορισμένα του Χάρη Παπαδόπουλου και ο άλλος θα είναι ένας δίσκος με τις συμμετοχές μου ο οποίος είναι έτοιμος. Έχω πάρα πολλές συμμετοχές και θέλω να μαζευτούν σε ένα δίσκο.

Περνάω σε μια γενικότερη ερώτηση: Τι είναι ο Πολιτισμός σήμερα στην Ελλάδα; Τι έχει κάνει ο επίσημος φορέας του πολιτισμού στην Ελλάδα που είναι το υπουργείο;

Αλίμονο αν περιμέναμε από το υπουργείο να αναπτύξει πολιτισμό στην Ελλάδα. Το υπουργείο είναι ένας φορέας εξουσίας, είναι οι εκάστοτε κυβερνώντες.

Υπάρχει ενδιαφέρον από μεριάς υπουργείου για τα θέματα πολιτισμού, χωρίς να απομονώνουμε την συγκεκριμένη κυβέρνηση; Εσείς εργάζεστε χρόνια σε αυτό. Ευτελίζεται σήμερα ο Ελληνικός πολιτισμός μέσω των γραφειοκρατικών του μηχανισμών;

Α.Μ. Κοιτάξτε, από μεριάς του υπουργείου, η ανάδειξη του πολιτισμού περιορίζονται σε ένα ελάχιστο κομμάτι αυτού που λέμε πολιτισμός. Υπάρχουν άπειρα μνημεία με φοβερό ενδιαφέρον για τα οποία δεν ενδιαφέρεται κανένας και τα οποία ρημάζουν. Το υπουργείο ασχολείται με ελάχιστα πράγματα. Ακόμα και στη Βουλγαρία στις αρχές του ’70 υπήρχαν για παράδειγμα γύρω στους 70 αναστηλωτές όταν η Ελλάδα είχε μόνο τέσσερις. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σήμερα. Προφανώς είμαστε και βλάκες. Θα μπορούσαμε να έχουμε και οικονομική απόδοση από την ανάδειξη του πολιτισμού.

Πώς βλέπετε τα πράγματα γενικότερα;

Α.Μ. Μου βάζετε δύσκολη ερώτηση. Στην Ελλάδα η κατάσταση είναι δραματική. Υπάρχει μια καταλήστευση των πάντων. Το βλέπεις, το νιώθεις. Στην επαρχία ο κόσμος φεύγει γιατί υπάρχει μια ένοχη σιωπή. Στην μεγαλούπολη μπορείς να φτιάξεις μικρές οάσεις. Στην επαρχία ξεπουλιούνται τα πάντα. Τα Χανιά απ΄ όσο ξέρω είναι ακόμα, ευτυχώς, από τις πολύ καλές περιπτώσεις. Πάντως, οι περισσότεροι μπαίνουν στα μεγάλα κόμματα, τα κόμματα εξουσίας, διότι είναι αποτυχημένοι στη δουλειά τους, διότι θέλουν να βγάλουν λεφτά, να κάνουν κομπίνες… Αυτό το βλέπουμε σε «επιφανείς» ανθρώπους που βρίσκονται σε συγκεκριμένες θέσεις. Και είναι δύσκολο και επικίνδυνο να αντιστέκεσαι σε αυτό. Πιστεύω πως όποιος στην Ελλάδα κάνει στοιχειωδώς καλά τη δουλειά του κινδυνεύει. Ζει με ένα φόβο. Ζούμε ένα μεσαίωνα βάρβαρο. Πάντως φιλοσοφώντας το λιγάκι, ίσως όταν τα πράγματα πηγαίνουν άσχημα, αυτό να μην είναι κατ΄ ανάγκη αρνητικό…

Στα τραγούδια σας βγάζετε μια αναρχίζουσα διάθεση. Έχοντας σαν δεδομένο ότι τραγούδια αυτά είναι βιωματικά, σήμερα πια είστε υπέρ ή κατά της οικογένειας;

Α.Μ. Είναι ένα αναγκαίο καταφύγιο. Εμείς στην οικογένειά μου είμαστε πάρα πολύ δεμένοι αν και είμαστε 14 χρόνια παντρεμένοι με τη γυναίκα μου. Παρά τις όποιες διαφωνίες μπορεί να προκύψουν είμαστε πολύ δεμένοι. Και όταν έρχομαι για 3-4 μέρες στην Αθήνα πάντα έχω το νου μου στα παιδιά. Καμιά φορά σκέφτομαι πως όταν είσαι πιο μικρός έχεις μεγαλύτερη έγνοια να κάνεις κάποια πράγματα. Αν περάσουν τα χρόνια και δεν τα κάνεις λες, δεν πειράζει. Αμβλύνεσαι κάπως. Από τα πράγματα που ήθελα πολύ να κάνω ήταν να βγάλω αυτόν το δίσκο με τις μελοποιήσεις. Εγώ, που είμαι και εναντίον των μελοποιήσεων, γενικά, θεωρώντας ότι υφίστανται τα ποιήματα ένα είδος προδοσίας με τη μελοποίηση. Παρ΄ όλα αυτά εγώ το τόλμησα.

Ναι , ίσως να υπάρχει ένα είδος προδοσίας αλλά ταυτόχρονα έχει και παιδευτικό χαρακτήρα. Σου δίνει ένα κίνητρο για να ασχοληθείς περισσότερο με την ποίηση να τη γνωρίσεις, έτσι δεν είναι;

Ναι, βέβαια, και ισχύει αυτό για πολύ κόσμο.

Ισχύει ότι η σημαντικότερη προσωπικότητα που έχετε γνωρίσει ήταν ο ρεμπέτης της Αμερικής Γιώργος Κατσαρός;

Ήταν σαν να συναντήσαμε τον Καραϊσκάκη ή τον Κολοκοτρώνη. Λοιπόν τα παλιότερα χρόνια με το φίλο μου τον Φίλιππα που είναι ψάλτης και φιλόλογος όταν καθόμασταν αργά το βράδυ βάζαμε Κατσαρό και ακούγαμε. Νομίζαμε ότι ήταν κάποιος που θα είχε πεθάνει κάπου στο ’60. Και ξαφνικά μάθαμε στα της δεκαετίας του ’80 ότι ήρθε. Έκτοτε τον πήραμε στη Θεσσαλονίκη, μετά από τις συναυλίες στον Πειραιά και τραγουδήσαμε μαζί. Πέθανε σε ηλικία σχεδόν 110. Δεν θα πέθαινε αν δεν το είχε ρίξει κατά λάθος μια Πορτορικάνα και χτύπησε αυτός το κεφάλι του. Από το χτύπημα δεν συνήλθε. Φοβερός τύπος. Τραγούδαγε χασικλίδικα ένας άνθρωπος που δεν κάπνισε ποτέ στη ζωή του. Αλλά η ζωή του είναι απερίγραπτη. Άπειρα περιστατικά που είχα την τύχη ορισμένα από αυτά να τα καταγράψω σε κασέτες. Ελπίζω κάποτε να δημοσιευτεί αυτό το υλικό.

Χάρηκα πολύ που τα είπαμε και ευχόμαστε κάθε επιτυχία στο «Πέρασμά σου»

Δεν υπάρχουν σχόλια: