Follow by Email

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Ένα σχόλιο και η "χαμένη συνέντευξη" με τον Κωστή Ζουλιάτη πάνω στην "Anaparastasis"



Είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω και να δώσω την δική μου εκδοχή των γεγονότων για την ατυχή δημοσίευση της πρώτης ανεπεξέργαστης μορφής που δόθηκε στη δημοσιότητα στο περιοδικό "Μετρονόμος" (τεύχος 45) ως «συνέντευξη» του Κωστή Ζουλιάτη σε εμένα. Παρακαλώ τον Κωστή αν διαφωνεί, ως προς τα γεγονότα, να το αναφέρει δημοσίως. 

Μέσα στο χειμώνα, και μάλιστα κάπου γύρω στο Γενάρη, αν δεν με απατά η μνήμη μου, συναντηθήκαμε με τον Κωστή Ζουλιάτη για να κάνουμε μια συζήτηση για την ταινία του «Anaparastasis». Με τον Κωστή γνωριζόμαστε εδώ και 6 χρόνια και μας έχει συνδέσει κυρίως η κοινή μας συγκίνηση και το ενδιαφέρον για τον Γιάννη Χρήστου που έχει βέβαια διαφορετικές αφετηρίες στον καθένα, αλλά η ένταση της εμπειρίας «Χρήστου» άγγιξε τον καθένα μας σε άλλες κλίμακες και ίσως και σε άλλα πεδία του νου και της ψυχής, αυτή είναι και η μαγεία του του. Η σχεδόν 3ωρη συνάντησή μας είχε σαν στόχο να καταλήξει στη δημοσίευση της σε μορφή συνέντευξης στο περιοδικό «Μετρονόμος» αλλά σε χρόνο μεταγενέστερο που θα την καθιστούσε πιο «επίκαιρη», όταν δηλαδή η ταινία θα βρισκόταν έτοιμη για δημόσια ανοικτή προβολή. Έτσι, επεξεργάστηκα στις αρχές του καλοκαιριού το ηχητικό υλικό της κουβέντας μας και κατέληξα σε ένα πρώτο κείμενο – συνέντευξη που στάλθηκε στον Κωστή αλλά και (κακώς) στην διεύθυνση του "Μετρονόμου". Ο Κωστής όταν το διάβασε μου είπε ότι αυτή μορφή δεν τον εκφράζει καθόλου και έτσι του δόθηκε ο χρόνος από τον «Μετρονόμο» να την επεξεργαστεί μέσα σε δυσμενείς γι΄ αυτόν και για εμάς, χρονικές συνθήκες λόγω των υποχρεώσεων που υπήρχαν εκετέρωθεν. Το ότι έγινε η επεξεργασία της συνέντευξης από την αρχή είναι απόλυτα θεμιτό άλλωστε αυτή ήταν και μεταξύ μας συμφωνία διότι στο κάτω – κάτω γνώριζα ότι είναι ιδιαιτέρως προσεκτικός με τον δημόσιο λόγο του, λόγος τον οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, θαυμάζω και νιώθω ότι ζηλεύω. Γι΄ αυτό άλλωστε του έστειλα και όλο το ηχητικό υλικό της κουβέντας μας σε ψηφιακή μορφή. Μάλιστα όταν ολοκλήρωσε την επεξεργασία του κειμένου μας έδωσε και αδημοσίευτο υλικό το οποίο, όπως γράφουμε και στο τεύχος, αποτελεί ευγενική παραχώρηση των διαχειριστών του αρχείου Γιάννη Χρήστου. Έλαβα το τελικό κείμενο μαζί με τις φωτογραφίες τις οποίες και έστειλα στο περιοδικό. Δυστυχώς από ένα τραγικό λάθος δημοσιεύτηκε, με ευθύνη της διεύθυνσης του περιοδικού «Μετρονόμος», το αρχικό κείμενο, το οποίο  ήταν κυρίως σποραδικά σπαράγματα και απόπειρα συμπύκνωσης της κουβέντας. Διόλου δεν αμφισβητώ το γεγονός πως στην προσπάθεια συμπύκνωσης σε γραπτό λόγο μιας σειράς σκέψεων των οποίων η εκφορά γίνεται κατ΄αρχήν προφορικά, συχνά παραποιεί έως και διαστρεβλώνει την πρωτόλεια σκέψη και την πεμπτουσία αυτής. Ενδεχομένως, άθελα μου να το έκανα με τον Κωστή στην αρχική δημοσιευμένη μορφή.  Η πρώτη επεξεργασία έγινε και αυτή υπό δυσμενείς συνθήκες άρα ο Κωστής έχει κάθε δικαίωμα να απορρίπτει τις δικές μου απόπειρες συμπύκνωσης του λόγου του.

Ο Κωστής θυμάται καλά πως παρά το ότι δεν είμαι επαγγελματίας δημοσιογράφος, ούτε υπήρξα ποτέ, ούτε μουσική γνωρίζω, αλλά αυτή είναι κομμμάτι της ψυχής μου. Σίγουρα θυμάται πως έχω προβάλλει μέρος της ευρύτερης δουλειάς αυτού και συνεργατών του δύο φορές μέσα από  τις στήλες της εφημερίδας «Πυξίδα», μία φορά μέσα από το πάλαι ποτε«Δίφωνο» αλλά και από το ιστολόγιό μου άσχετα αν το ενημερώνω αραιά και πού. Γνωρίζει επίσης ότι ο «Μετρονόμος» είναι μια καθαρά ερασιτεχνική 12ετής προσπάθεια ανθρώπων που δεν έχουν κανένα κέρδος, γίνεται κουτσά  - στραβά απλά και μόνο με το μεράκι τους και την αγάπη τους για τη μουσική, και αν μην τι άλλο έχει μια εντιμότητα, άρα δεν θα μπορούσε να είναι ούτε υστεροβουλία αλλά ούτε και κάτι άλλο. Ξέρει πως ενώ δεν έχω κανένα συμφέρον εκτιμώ το έργο του και την έρευνά του επειδή αυτά κινούνται σε χώρους που με γοητεύουν και με πληρούν. Εξάλλου, αν καθυστέρησε η έκδοση του εν λόγω τεύχους έγινε ακριβώς για το λόγο ότι περιμέναμε να ολοκληρωθεί η τελική μορφή της συνέντευξης, κάτι που θεωρούσαμε ότι θα προσέδιδε ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο περιοδικό αλλά ταυτόχρονα πιστέψαμε από την αρχή στην στήριξη μιας τέτοιας δουλειάς για τον Χρήστου. Λυπάμαι που οι νόμοι του Μέρφυ επιβεβαιώνονται με άσχημο τρόπο στην περίπτωσή μας. Αν η δημοσίευση αυτή δημιούργησε προβλήματα στον ίδιο ή στους συνεργάτες του τότε είναι κρίμα που δεν καταφέραμε να αποφύγουμε τα χειρότερα (αν και υπαρχουν πάντα και χειρότερα από αυτά που μας συμβαίνουν).

Τον Κωστή τον θεωρώ τον θεωρώ συνειδητοποιημένο άνθρωπο σε πολλαπλά επίπεδα και όπως το έκανα στο παρελθόν αρκετές φορές, θα συνεχίσω να στηρίζω τη δουλειά του γιατί πιστεύω στην σοβαρότητά του, στην ειλικρίνειά του, στην τρέλα του και την ανυστεροβουλία του. Αν δημιουργήθηκαν προβλήματα στο έγο του με αυτή την αβλεψία μας τότε δεν έχω παρά να ζητήσω συγγνώμη. Ευελπιστώ πως τα δυσκολότερα πέρασαν. Γι΄ αυτό κι εγώ θα δημοσιεύσω ολόκληρη την ανάρτησή του που έγινε χθες κάτω από ιδιάζουσες γι αυτόν συνθήκες σητώντας συγνώμη για το σφάλμα, αλλά στο μέτρο που μου αναλογεί. Σε αυτήν τη δουλειά του θα συνεχίζω να τον στηρίζω με τον τρόπο που μπορώ.
Ας καταφέρει αυτός ο Αυγουστος να μας προετοιμάσει όπως πρέπει για τις προτόγνωρες εντάσεις που έπονται (όχι μεταξύ μας φυσικά)!

Αντώνης Περιβολάκης










Πως ξεκινά η ενασχόληση σου με τον Γιάννη Χρήστου και σε τι αποσκοπείς με αυτή σου τη δουλειά; Ποια είναι η εικόνα που εισπράττεις τώρα γι΄αυτόν, 42 χρόνια μετά το θάνατό του;

Ας πούμε ότι κάπως εξαναγκαστικά ήρθα πρώτη φορά σε επαφή με τον κόσμο του Χρήστου, ως πρωτοετής στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου στην Κέρκυρα. Ήταν στο μάθημα της χορωδίας που θα μελετούσαμε τη Λατινική Λειτουργία του, γεγονός που σε συνδυασμό με το ότι ήμουν νιόβγαλτος στη μουσική του 20ου αιώνα –πέρα από νιόβγαλτος στη χορωδία- έδειχνε πως η επαφή αυτή θα ήταν δύσκολη. Παρ'ότι αποδείχτηκε πως δεν ήταν καθόλου δύσκολη τελικά, παρέμεινε εξαναγκαστική, καθώς το ηχητικό σύμπαν του Χρήστου πολύ δύσκολα σου επιτρέπει να δραπετεύσεις. Διαισθητικά τότε, σχεδόν μεταφυσικά, αντιλαμβανόμουν πως υπάρχει κάτι πολύ ξεχωριστό στην περίπτωσή του, κάτι που με καλούσε να το ψάξω και να σκάψω βαθιά προκειμένου να καταλάβω. Τελικά, αποτέλεσε το θέμα της πτυχιακής εργασίας μου το 2004, αλλά και το θέμα της διδακτορικής διατριβής μου, κοινώς μιας συνεχούς έρευνας που φαίνεται πως έχει σταθμούς, αλλά ποτέ δεν τελειώνει και, με κάποιο τρόπο, ελπίζεις ποτέ να μην τελειώσει και να έχει πάντα να σου δώσει καινούρια στοιχεία. Αυτό που τελικά έχει διαπιστωθεί είναι πως το έργο του σε χτυπάει με τη δύναμη μιας αποκάλυψης, την οποία καλείσαι να διαχειριστείς και να αφομοιώσεις στη ζωή σου και στην ιδιοσυγκρασία σου.

Και αν αποσκοπώ σε κάτι μέσα από την προβολή των τεκμηρίων που συνθέτω, είναι ακριβώς αυτό: να παρέχω όσο μπορώ, ως μεσολαβητής, κάποια εφόδια στους ανθρώπους που χρειάζονται αυτές τις αποκαλύψεις και μπορούν να αντλήσουν δύναμη και να βρουν τρόπους να τις αφομοιώσουν στη δική τους ζωή και ιδιοσυγκρασία, στις δικές τους ανάγκες.

Η εικόνα που έχω για τον Χρήστου σήμερα, έναν άνθρωπο –και παράλληλα μια εποχή- που δεν γνώρισα, είναι η εικόνα μιας σπάνιας περίπτωσης ολιστικού δημιουργού, κάπως ξεχασμένη στα σημερινά ήθη και συνήθειες, αλλά συγκλονιστικά απαραίτητης στην προσπάθεια να ερμηνεύσουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει, μα και να παρεμβαίνουμε σ'αυτόν συνδιαμορφώνοντάς τον.

Αυτά τα τελευταία στα οποία αναφέρθηκες είναι και το αντικείμενο του διαδακτορικού σου;

Το αντικείμενό μου είναι τα χειρόγραφά του, μουσικολογικά και φιλοσοφικά, που φωτίζουν αν θες το υπόβαθρο της σκέψης και των προθέσεων του δημιουργού.

Ο ακροατής των έργων του Χρήστου, έχει ανάγκη από τα χειρόγραφά του;



Ως ακροατής δεν χρειάζεσαι τα χειρόγραφα για να κατανοήσεις τα έργα, αν εννοείς αυτό. Το έργο του Χρήστου είναι πέρα και πάνω απ'όλα μουσικό και, μάλιστα, στοχεύει να ανακαλέσει εκείνη τη ρίζα της μουσικής που εντελώς πρωτόγονα σε συγκινεί και τελικά κατορθώνει να κυριεύσει τις αισθήσεις σου. Όσο κι αν συνδέεται με εξωμουσικές ιδέες και φιλοσοφικές αφετηρίες, το έργο του δεν είναι αυστηρά προγραμματικό –για την ακρίβεια, ίσως δεν είναι καθόλου προγραμματικό. Και σίγουρα δεν απαιτεί αποκρυπτογράφηση ή άλλη εξήγηση, προκειμένου να το προσλάβεις και να το νιώσεις. Η μουσική του είναι άμεση, ειλικρινής και αποκαλυπτική. Από την άλλη όμως, ο κοινωνός της μεγάλης τέχνης, και της τέχνης γενικότερα, πιστεύω πως έχει ανάγκη από τα πάντα. Και τα χειρόγραφα του Χρήστου μπορούν να φωτίσουν εκφάνσεις του κόσμου, να γίνουν πολύτιμα εργαλεία στην προσέγγιση κάθε ανθρώπινης εμπειρίας τόσο στην ερμηνεία της όσο και στη βίωσή της.

Ο Χρήστου έχει ένα μεγάλο αριθμό χειρoγράφων που όμως ελάχιστα από αυτά είχε αποφασίσει να δημοσιοποιήσει. Εν τούτοις αυτό το διάστημα εσύ μαζί και με άλλους ερευνητές μελετάτε και δημοσιοποιείτε μέρος αυτών ή βγάζετε και συμπεράσματα για τη ζωή του, τη σκέψη του. Αυτό γίνεται βέβαια με τη συναίνεση της οικογένειας, αλλά κατά πόσο είναι ηθικό;



Πιστεύω πως είναι εξίσου ηθικό όσο και να εκτελούμε τη μουσική δημιουργών που δεν βρίσκονται στη ζωή και δεν έχουν τη δυνατότητα να διαχειριστούν τους όρους του οράματός τους. Τα χειρόγραφα του Χρήστου δεν ήταν απόκρυφα, αλλά προσωπικές σημειώσεις οι οποίες στο σύνολό τους βοηθούσαν τον ίδιο να στερεοποιήσει τις ιδέες του και τις αρχές του γύρω από την κάθε δημιουργία του, αλλά και γύρω από τη δημιουργία εν γένει. Εξυπακούεται πως δεν μιλάμε για σημειώματα που ανήκουν σ'αυτό που λέμε ιδιωτική ζωή, όπως για παράδειγμα η καταγραφή των ονείρων του, αλλά μόνο κείμενα και αποσπάσματα που μπορούν να βοηθήσουν στη σύνθεση των στοιχείων που θα μας δώσουν μια συνολική εικόνα για τη φύση αυτού του έργου, για τις προθέσεις του δημιουργού του, για τις προεκτάσεις πάνω στα μεγάλα ζητήματα της ύπαρξης του κόσμου, του ρόλου της τέχνης, της δύναμης της ανθρώπινης εμπειρίας. Για παράδειγμα, υπάρχουν διάφορα κείμενα και διάσπαρτες σημειώσεις σχετικά με τη σεληνιακή εμπειρία και τους αρχέγονους φόβους του ανθρώπου, τα οποία συνδέονται με τις Αναπαραστάσεις -ή τις πρωτοεκτελέσεις σύμφωνα με τον ίδιο. Υπάρχει ένα όνειρο που περιγράφει ο ίδιος σχετικά με την ιστορία της Κυρίας με τη Στρυχνίνη και κάποια χωρία του Καρλ Γιούνγκ. Γιατί να μην είναι ηθικό να μελετήσουμε το σύνολο της σκέψης που υπάρχει πίσω από αυτόν τον τρόπο δημιουργίας και αφουγκρασμού του κόσμου;

Ποιες είναι οι πηγές της έμπνευσης του Γιάννη Χρήστου;

Η πανανθρώπινη εμπειρία. Τα ένστικτα, οι αγωνίες και τα πάθη που ενώνουν εννοιολογικά και βιωματικά τον πρωτόγονο άνθρωπο με το σύγχρονο homo urbanus. Η συμπεριφορά του ανθρωπίνου όντος πάνω κι από την Ιστορία και τις δομές των οργανωμένων κοινωνιών. Τα αρχέτυπα της ανθρώπινης δράσης, του συνειδητού και του ασυνείδητου –ευθεία επίδραση από τον κόσμο του Γιουνγκ. Ας σημειώσουμε επίσης ότι ο Χρήστου γεννήθηκε στην Αίγυπτο, στοιχείο που χαρακτηρίζει μια ταυτόχρονη όσο και φυσική σύνδεση του αρχαϊκού πολιτισμού με τον κοσμοπολιτισμό του Καϊρου και της Αλεξάνδρειας. Σε πιο φιλολογική ανάγνωση θα δούμε ότι η δημιουργία του αντλεί θέματα και ιδέες από αρχαίες μυθολογίες, τελετουργικά έθιμα, θρησκευτικά κείμενα, μεσαιωνικές ιστορίες, σύγχρονες καταστάσεις που μαρτυρούν καταπίεση του ανθρώπου, παράδοξα, ανεξήγητα φαινόμενα, ονειρικές καταγραφές, αδιέξοδα, αναπάντητα ερωτήματα.

Μήπως χρησιμοπιεί την θρησκευτικότητα του Ανθρώπου και την επαφή του με το Υπερπέραν για να μελετήσει τις δυνατότητες του; Δηλαδή μήπως τις εκφράζει με ήχους και με μουσικές;

Σε μια συνεντευξή του αναφορικά με το θρησκευτικό ορατόριό του «Πύρινες Γλώσσες», είχε πει πως αν και γενικά τον ενδιαφέρουν όλα τα θέματα και όχι μόνο τα θρησκευτικά, το μυστήριο της Πεντηκοστής είναι ιδιαίτερο γιατί «είναι μια στιγμή που δύσκολα μπορείς να την περιγράψεις με λόγια, γιατί δεν χωρούνε λόγια, διότι ο άνθρωπος φωτίζεται με μια δύναμη που δεν είναι δική του». Πάντα για τον Χρήστου, η θρησκευτικότητα είναι μέρος του Μύθου. Αναφορικά με το άλλο ορατόριό του, το «Μυστήριον» -επίσης θρησκευτικής υφής αλλά με κείμενα από την αρχαία Αίγυπτο και τη Βίβλο των Νεκρών- δηλώνει ότι «το ζήτημα δεν είναι να κάνεις τέχνη, αλλά να μπορέσεις να συνδεθείς εσύ ο ίδιος με τις δυνάμεις που σε περιβάλλουν». Με κάθε τρόπο, μουσικό και εξωμουσικό, ακόμα και «αντι-μουσικό», εξερευνεί ηχητικά τα όρια των ανθρώπινων δυνατοτήτων και ταυτόχρονα τα ηχητικά και παραστατικά όρια της βιωμένης μουσικής πράξης.

Ας πάμε στην δημιουργία του ντοκιμαντέρ. Πριν από 2-3 χρόνια συζητούσαμε για την παλιά ταινία που δημιούργησες το 2004 και τώρα λες ότι δημιούργησες μια νεά ταινία. Τι νέα στοιχεία βρήκες;



Η ταινία που αναφέρεις ήταν μόνο η πτυχιακή εργασία μου, ένα πρώτο βήμα και αρχετυπικό σχέδιο μιας πρώτης καταγραφής, με κύριο οδηγό τη μουσικολογική μεθοδολογία. Στα χρόνια που ακολούθησαν, βρέθηκε νέο υλικό, ολοκληρώθηκε μια συνολικότερη έρευνα όσο αφορά τα πρόσωπα και τις αρχειακές πηγές, αλλά και αναπόφευκτα αναπτύχθηκαν μέσα μου καινούριες ιδέες όσο αφορά την προσέγγισή μου, αλλά και τους τρόπους αφήγησης αυτής της ιστορίας. Υπάρχει πλέον ολόκληρο το φιλμ του Μίμη Κουγιουμτζή από τις πρόβες του Θεάτρου Τέχνης, αλλά και μια μπομπίνα έγχρωμου super-8, με στιγμές της οικογένειας Χρήστου στην Αλεξάνδρεια, γυρισμένο γύρω στο '59. Ο κύκλος των συνεντεύξεων διευρύνθηκε, πλησίασα μέχρι και τεχνικούς ήχου όπως ο Δεσποτίδης και ο Σιγλέτος, για να έχω και την εικόνα των ανθρώπων της δουλειάς, των πλέον κρυμμένων ρόλων που πιθανώς έχουν να μας μεταφέρουν κάτι διαφορετικό. Συνάντησα επίσης προσωπικότητες όπως ο συνθέτης και μαέστρος Rupert Huber και η σύζυγός του και performer Doris Huber, οι οποίοι μαζί έχουν κάνει μια τολμηρή ανάγνωση πάνω στα ανολοκλήρωτα σχεδιάσματα των Αναπαραστάσεων –των Projects όπως τιτλοφορούνται από το συνθέτη στο σχετικό φάκελο. Και φυσικά, ερμηνευτές και μουσικούς όπως η Νέλλη Σεμιτέκολο, ο Σπύρος Σακκάς, η Στέλλα Γαδέδη κ.α.

Επίσης, σε αντίθεση με την πτυχιακή, όπου όλα είναι εξ ορισμού one man show άρα ερασιτεχνικά και ίσως ανεπαρκή, αυτή τη φορά δουλέψαμε με ένα μικρό και αφοσιωμένο συνεργείο πολύ εκλεκτών φίλων, εξειδικευμένων ο καθένας στην τέχνη του, ώστε να επικεντρωθώ από την πλευρά μου στο σκηνοθετικό μέρος –που στην περίπτωση ενός ντοκιμαντέρ αφορά κυρίως τη δημιουργική σύνθεση των τεκμηρίων.

Τελειώνει το ακαδημαϊκό και ερευνητικό κομμάτι. Γιατί μετά από τόσα χρόνια συνεχίζεις με τον Γιάννη Χρήστου; Ποια είναι η ανάγκη;

Όπως μας λέει ο Βιμ Βέντερς, η επιθυμία ν'αφηγηθούμε ιστορίες πηγάζει από την ίδια ανάγκη: «να επιβεβαιώνουμε τη δυνατότητα δημιουργίας αλληλουχιών ανάμεσα στα πράγματα». Ο Χρήστου είναι μια λαμπρή περίπτωση για να ανακαλύψουμε μέσα της ένα ολόκληρο σύστημα τέτοιων δυνατοτήτων, τις οποίες έχει καταγράψει γενναιόδωρα, με ειλικρίνεια και συγκλονιστική αμεσότητα. Παρ'ότι συμπληρώνω δέκα χρόνια έρευνας, ο Χρήστου παραμένει πάντα μια αφετηρία, μια γεννήτρια ιδεών και διεγέρσεων της σκέψης και του βιώματος. Το ηχητικό και φιλοσοφικό σύμπαν του είναι ένα σημείο αναφοράς για τον άνθρωπο που χρειάζεται θάρρος για να μην ξεχνιέται και αποδυναμώνεται στην καθημερινή του πάλη, για εκείνον που αντιλαμβάνεται την υπάρξή του ως μέρος του κόσμου που τον περιβάλλει, επιφορτισμένη όμως με τη συνεχή υποχρέωση να διαμορφώνει αυτόν τον κόσμο και να τον αλλάζει. Ιστορίες όπως αυτή του Γιάννη Χρήστου έχουν μόνο να μας δώσουν. Και έχουν να μας δίνουν συνέχεια, όποτε τις χρειαζόμαστε.

Έχεις μπει εσύ ο ίδιος σε κόσμους "περίεργους" σε μια δεδομένη στιγμή;

Κατ'αρχήν, ως μουσικός εν Ελλάδι, ζω ήδη σε έναν κόσμο απείρως περίεργο και όχι μόνο σε μια δεδομένη στιγμή. Πολλές φορές, η ιδιότητα αυτή αγγίζει και την έννοια της μεταφυσικής εμπειρίας. Στα σοβαρά όμως, μπορώ να μιλήσω συγκεκριμένα για την εμπειρία μου από τις εκτελέσεις έργων Χρήστου που έχω συμμετάσχει, όπου συλλαμβάνεις τον εαυτό σου να καταμετρά αισθήσεις και αντιδράσεις πρωτόγνωρες και απόμακρες ή απομακρυσμένες, απωθημένες. Καμιά φορά σχεδόν τρομάζεις με όσα κρύβεις μέσα σου, με αυτό που μπορεί να είσαι ή να γίνεις, και με κάποιο πολύ άμεσο τρόπο σου αποκαλύπτεται. Αυτό είναι εν γένει καταγεγραμμένο στη φύση της μουσικής βέβαια. Βρήκα άκρως ενδιαφέρον όταν ανακάλυψα ότι στις δοξασίες των μάγων και τους παγκόσμιους θρύλους, η είσοδος σε κάποια άλλη διάσταση -αλλά ακόμα και η εξαπάτηση των αισθήσεων και των νου, η μαγεία- γινόταν μέσω της ηχητικής εμπειρίας.

Πώς κατάφερες να καλύψεις το οικονομικό κόστος της ταινίας;

Χρηματοδοτώντας ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, άλλη μια μεταφυσική εμπειρία. Κατ'αρχήν, κάναμε το απλό. Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε κάνοντας πως αδιαφορούμε για το οικονομικό κόστος, μέχρι αυτό να μας συναντήσει πραγματικά. Αφήσαμε δηλαδή -με σφιγμένα δόντια πολλές φορές- τις αμοιβές και τα έξοδά μας για το τέλος της κουβέντας, εφ'όσον η ταινία ολοκληρωθεί. Στην πορεία, αποφασίσαμε να λύνουμε τα διάφορα ζητήματα που προέκυπταν με ευέλικτους τρόπους. Μέσω του website που δημιουργήσαμε αποκλειστικά για την ταινία (http://anaparastasis.info), ανοίξαμε για το κοινό τη δυνατότητα donation, δηλαδή οικονομικής συνεισφοράς εκ μέρους του. Η ανταπόκριση υπήρξε θερμά θετική και βοήθησε καίρια στα έξοδα που παρουσιάζονταν κατά την παραγωγή. Πιστεύω όμως πως η διαδικασία αυτή έχει κι έναν άλλο χαρακτήρα, είναι ένα κάλεσμα προς τον κόσμο που απευθύνεται η κάθε δημιουργία, να αναμετρηθεί με αυτά που χρειάζεται ή που θέλει να μάθει. Κοινώς, να στηριχτεί έμπρακτα η ταινία από εκείνους που την έχουν ανάγκη. Η δυνατότητα donation είναι ακόμα ανοιχτή για το κοινό, δεδομένου ότι ακόμα και για την προώθηση και την επικοινωνία της ταινίας υπάρχουν αρκετά έξοδα.

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Και πάλι άνθρωποι!


Νομίζω ότι δεν είχα ξαναδεί ποτέ τους ανθρώπους της πόλης να είναι άνθρωποι. Μεγάλωσα και ζω σε ένα αστικό τοπίο με ανθρώπους των οποίων τα χαρακτηριστικά τα κάλυπτε σε μεγάλω βαθμό η δηθενιά και η ξιπασιά. Μέχρι και πριν από 3 χρόνια ένα μεγάλο μέρος των συμπολιτών μου ενήλικων και ανήλικων κυκλοφορούσε στους δρόμους αλλά και μέσα σε εσωτερικούς χώρους προτάσοντας όχι τόσο την προσωπικότητά τους αλλά τη "μούρη", το "ντεμέκ", το "δήθεν". Χωρίς να γνωρίζουν ο καθένας από αυτούς τι πραγματικά είναι και τι πραγματικά ζητά έμπαινε κάτω από την ομπρέλα του lifestyle και κυκλοφορούσε με ένα ανάλογο ντύσιμο, με τα προσήκοντα αξεσουάρ και αυτά που επέβαλε η μόδα των ημερών. Το σύνθημα "be yourself"  όπερ μεταφράζεται σε "κοίτα την πάρτη σου" έδινε και έπαιρνε. Αυτό που είχε προτεραιότητα ήταν το τι δείχνεις ότι είσαι, το "φαίνεσθαι".  Το τι θα έπρεπε να φαίνεσαι, θα το επέλεγες από ένα πλούσιο μενού που θα έβρισκες στα σχετικά περιοδικά και στις ομοϊδεάτικες ιστοσελίδες - σκουπίδια που επέβαλαν σε όλους μας ένα συγκεκριμένο μοντέλο ύπαρξης.
Αλλά αυτά περάσανε! Και ευτυχώς δηλαδή. Ομολογώ πως είναι μία από τις θετικές συνεέπειες της κρίσης (ή και της καταστροφής, αν προτιμάτε...). Μου φαίνεται πως ξαναγινόμαστε ανθρώπινοι. Απεκδυόμαστε τους μανδύες των μαύρων γυαλιών (θέλαμε μέχρι και τη νύχτα να τα φοράμε - τι γελοιότητα και κρυψίνοια μαζί...) που σκέπαζαν τα μάτια του προσώπου και της ψυχής μας. Ναι, είμαστε λυπημένοι, πενθούμε ίσως αλλά δεν βλέπω γιατί πρέπει να κρύψουμε το πένθος μας. Νομίζω πως δεν είναι μόνο ο βασιλιάς γυμνός... Βαδίζουμε γυμνοί με τα χέρια στις τσέπες αλλά με μάτια ανοιχτά... Δεν έχουμε πια τι να κρύψουμε. Ρίχνουμε ελεύθερα το βλέμμα μας ο ένας στον άλλον. Δεν κρύβουμε τις πληγές μας, είναι χαραγμένες στο σώμα μας. Οι Έλληνες ξαναβρίσκουν το είναι τους, δεν ντρέπονται για τα σημάδια στο κορμί και στην ψυχή. Δεν γουστάρουμε λιφτινγκ. Αυτοί είμαστε, γυμνοί αλλά αληθινοί, ξαναγινόμαστε άνθρωποι. Με βλέμμα που μιλά και σώμα που κοιτάζει.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Οι δομές του μέλλοντός μας

Ανάμεσα σε εκλογές. Πιστεύω ότι αυτή διαδικασία  είναι αποτέλεσμα μιας απίστευτα επίπονης κοινωνικής διαδικασίας,  είναι αποτέλεσμα της όποιας ωρίμανσης των ανθρώπων που ζουν σε αυτήν τη χώρα. Oποιοι κι αν είναι αυτοί.
Το δηλώνω με κάθε ειλικρίνεια: δεν είναι το εκλογικό αποτέλεσμα που μετράει. Αυτό που κυρίως μας ενδιαφέρει είναι το κατά πόσο ωριμάσαμε. Αν είμαστε έτοιμοι να μπούμε στην εποχή που εμείς σε αυτόν τον τόπο δημιουργούμε. Είναι αλήθεια πως αν ο ζόφος ο οικονομικός στον οποίο εισήλθαμε είχε χτυπήσει μια άλλη χώρα της Ευρώπης τα κοινωνικά αποτελέσματα θα ήταν καταφανώς ανεξέλγκτα. Είναι αποδεκτό ότι Γερμανία και Αγγλία για παράδειγμα θα ήταν κακαποντιστεί εντελώς ως κοινωνίες. Και δεν είναι οι μόνες. Μια περιδιάβαση σε εικονικά καταρρεέουσες καπιταλιστικές χώρες της κεντρικής Ευρώπης, της παραδοσιακά σκληρής περιοχής των ... "αγορών" θα προκαλούσε την πλήρη απογοήτευση για αυτό που λέμε ανθρώπινη φύση. Αυτό είναι μια παραδοχή που κάνουν αρκετοί Ευρωπαίοι και δεν μπορεί να κάνουν λάθος. Τι συνέβη όμως εδώ;
Είναι αλήθεια ότι ο θεσμός της οικογένειας (θεσμός για τον οποίο υπήρξε διαμάχη ανάμεσα και στους θεωρητικούς του αναρχισμού - ο Προυντόν στήριξε τον θεσμό ενώ οι Μπακούνιν και Κροπότκιν ταχθηκαν εναντίον του και αποκλειστικά υπέρ της ελεύθερης επιλογής συντρόφων με ταυτόχρονη διάλυση του θεσμού) είναι αυτός που στήριξε τους όποιους "αναξιοπαθούντες" της ελληνικής κοινωνίας. Και ο όρος "αναξιοπαθούντες" έχει αποκλειστικά καταχρηστική χρήση λόγω του ότι περιλαμβάνονται μέσα σε αυτόν άνεργοι κάθε είδους οι οποίοι δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται με λύπηση.
Εκτός όμως από τον θεσμό της οικογένειας γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν αυτήν περίοδο ομάδες, κινήσεις και κινήματα αλληλεγγύης σε λογής λογής επίπεδα. Κινήσεις προσφοράς στέγης, προσφοράς τροφής. Ομάδες ανταλλακτικής οικονομίας. Ομάδες προσφοράς εθελοντικής εργασίας. Εθελοντικά μαθήματα σε σχολεία κ.λ.π. Αλλά και το περίφημο "Πλήθος" που συγκεντρώθηκε στις πλατείες και δημιούργησε τις δικές του ομάδες συνιστά καινούριες μορφές αυτοοργάνωσης. Αυτά είναι τα ευχάριστα. Για πρώτη φορά η νεότερη ελληνική κοινωνία άρχισε να δημιοργεί νέες δομές αυτοοργάνωσης. Πρόκειται για νέα μορφώματα που προέκυψαν από την ανάγκη και όχι από κάποια "μόδα". Η προσφορά στον άλλο δεν είναι μετρήσιμη με χρήμα. Μετριέται ως προσφορά... Υποστηρίζω, λοιπόν, ένθερμα ότι θα μπορούσε να γίνει κανόνας με παράλληλη ("βίαιη") κατάργηση του κυρίαρχου νομίσματος. Υποστηρίζω ότι είναι καιρός να περάσουμε σε υψηλότερα επίπεδα αυτοοργάνωσης και ομαδοποίησης. Να γίνουν πιο ποιοτικά και να θέσουν υψηλότερους στόχους συνεργασίας, αλληλεγγύης και - κυρίως - αυτονόμησης από την κυρίαρχη εξουσία. Οι μικτές οργανώσεις γειτονιών, ομάδων, κοινοτήτων, να αποτελέσουν νεόυς πυρήνες που θα θέσουν σαν στόχο την απαλλαγή από την κάθε μορφή εξουσίας. Είναι τραγικά επίκαιρο το αίτημα για νέες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας, για γκρέμισμα της ιδέας της εξουσίας. Κοινωνίες αυτοεξουσιαζόμενες, δομές νέες πρωτόφαντες ίσως για τα ιστορικά δεδομένα είναι καιρός να αποκτήσουν εσωτερική ισχύ. Να επιβάλλουν στους εαυτούς τους (και όχι στις άλλες ομάδες) τον τρόπο που επιλέγουν να αυτοσυντηρθούν και να ζήσουν.
Δεν προτείνω εδώ κάποια επιστροφή στον πρωτογονισμό. Αντιθέτως, πιστεύω πως είναι ώριμο αποτέλεσμα της υπάρχουσας κατάστασης. Πριν από χρόνια ο Ilya Prigogine ονόμασε στη Θεωρία του Χάους τις νέες δομές που δημιουργούνται σε ένα φυσικό σύστημα σε συνθήκες άρσης της θερμοδυναμικής ισοοροπίας, με τον όρο dissipative structures. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στις μέρες μας. Ο καπιταλισμός διεθνώς έχει ξεφύγει από την κατάσταση της "θερμοδυναμικής ισορροπίας" του. Οι κοινωνίες αυτοοργανώνονται σε νέες ομάδες ακριβώς όπως τα σμήνη των πουλιών και των ψαριών που κινούνται μαζικά σε κοινή κατεύθυνση, όταν ξεπεραστεί μια κρίσιμη τιμή ενός παράγοντα της ομάδας και αρθεί η ισορροπία, τότε αυτά χωρίζονατι σε ομάδες μικρότερες, φτιάχνουν δηλαδή νέες δομές και πιθανώς ξανασμίγουν σε ανώτερα επίπεδα και ίσως με μεγαλύτερους πληθυσμούς.
Η χώρα που ζούμε έχει να δει πολλά μπροστά της. Οι καιροί παρουσιάζουν απίστευτη τραγικότητα αλλά και ενδιαφέρον μαζί. Κάποιοι από εμάς μπορεί να είμαστε τα μελλοντικά θύματα τους όταν αυτοί τη στιγμή οι διπλανοί μας γείτονες είναι ήδη θύματα άρα εν δυνάμει και εμείς που ακόμα συντηρούμαστε. Γι αυτό κριβώς προτείνω και στηρίζω την κατάρευση των παλιών δομών με ο,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για κάποιους και τη αυτοοργάνωση όλων μας κρατώντας μαζί μας (όπως είναι φυσικό) και αρκετά χαρακτηριτικά των παλιών δομών. Μένει σε εμάς να αποφασίσουμε σε καινούριες μορφές οργάνωσης της ζωής μας τι παλιό θα κρατήσουμε και τι καινούριο θα δημιουργήσουμε.
C' est la vie mes amis!

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Με αφορμή το Sputnik Caledonia του Andrew Crumey




Η Τέχνη και η Επιστήμη έχουν διαχωριστικές γραμμές;  Λαμβάνοντας υπόψιν τη δημόσια εικόνα τους αλλά και τα εργαλεία ανάπτυξής τους η απάντηση θα έπρεπε να είναι θετική. Αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει ένα εργαλείο του οποίου η χρήση δεν είναι υποχρεωτική στην Τέχνη τότε αυτό θα ήταν η Τυπική Λογική (Τ. Λ. – Formal Logic). Πράγματι, αν είχαμε υποχρεωτική τη χρήση της Τ.Λ. στην Τέχνη τότε επ’ ουδενί δεν θα διαχωριζόταν αυτή από την Επιστήμη. Αν κάτι υπακούει σε εμπειρικούς κανόνες που εμφυτεύονται στη συνείδησή μας, όπως το modus ponens, τότε μπορεί να γίνει αποδεκτό και από την Επιστήμη – κοινή λογική. Βέβαια, μια Θεωρία που βασίζεται στην Τ.Λ. αλλά ταυτόχρονα αποδέχεται παραδοχές του στυλ «1+2 = 5» πάλι γίνεται αποδεκτή υπό την προυπόθεση ότι τα 1, 2, 5 δεν αντιπροσωπεύουν τους γνωστούς μας ακεραίους αλλά κάποιους άλλους «αριθμούς». Τέτοιες θεωρίες είναι για παράδειγμα οι θεωρίες των modulae (ισουπολοίπων) στα Μαθηματικά.


Η Τέχνη προσφέρει ελευθεριότητα  και αυτή είναι και η βασικότερη προϋπόθεση της. Αν η Τέχνη υπακούει σε καλούπια τότε παύει να είναι Τέχνη; Ναι, διότι ίσως δεν προσφέρει στον δημιουργό της την απαραίτητη Λύτρωση. Αν ένας άνθρωπος λυτρώνεται κάνοντας χρήση κανόνων τότε δεν υπάρχει πρόβλημα, αν όμως απαιτεί και από τους υπόλοιπους καλλιτέχνες να δουλεύουν με χρήση κανόνων, τότε απαιτεί από αυτούς να μην κάνουν Τέχνη αλλά κάτι άλλο (στρατευμένη Τέχνη, ίσως;…). Κατά συνέπεια ο άνθρωπος που λυτρώνεται μέσω της Επιστήμης είναι καλλιτέχνης. Έχει τη δική του ελευθεριότητα, άρα αμφότερες η Ελεύθερη Έκφραση και η Λύτρωση ικανοποιούνται.  Τι συμπεραίνουμε λοιπόν; Ότι θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την Επιστήμη σαν ένα υποσύνολο του ευρύτερου συνόλου που λέγεται Τέχνη. (Παρά το γεγονός ότι η Τέχνη δεν είναι ένα «καλά ορισμένο σύνολο» εν τούτοις εμείς δεν έχουμε τέτοιες απαιτήσεις διότι … Τέχνη κάνουμε στο κάτω – κάτω).


Υπάρχουν στιγμές που η ελευθεριότητα έγινε αποδεκτή από τη Επιστήμη; Η απάντηση είναι κάπως διφορούμενη. Στα μέσα του 20ου αιώνα ο Kurt Godel με το περίφημο «θεώρημα της μη πληρότητας» άφησε ένα παραθυράκι στο οικοδόμημα της Μαθηματικής Λογικής για να μπορεί να μπαίνει από εκεί το παράλογο και να «νομιμοποιείται» (όχι με το τέχνασμα «βαφτίζω το κρέας ψάρι» αλλά καθιστώντας ενδεχομένως αποδεκτές δύο αντιφατικές λογικές προτάσεις που υπακούουν στα ίδια αξιώματα). Στην πραγματικότητα το μεγαλύτερό του εφεύρημα ήταν η επιστημονική αποδοχή των διαφορετικών επιπέδων ερμηνείας ήτοι της Γλώσσας και της Μεταγλώσσας. Αν φύγουμε τώρα από το πεδίο των Μαθηματικών και προσχωρήσουμε στο πεδίο της Φυσικής τότε θα διαπιστώσουμε ότι το παράλογο, το λογικά αντιφατικό, «νομιμοποιείται» μέσω της Κβαντικής Θεωρίας. Σήμερα πια είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι τα πιο ευφάνταστα σενάρια για τον κόσμο μας θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά ενώ η σύγχρονη Επιστήμη έχει ήδη αλλάξει (κατά Thomas Kuhn) Επιστημονικό Παράδειγμα και όροι έρευνας καθώς και τα αντικείμενα αυτής έχουν μετατραπεί άρδην.


Υπάρχει βέβαια ένα ζητούμενο: η κοινωνία είναι κοινωνός αυτών των προηγούμενων μεταβολών; Η κοινωνία δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα ότι φαινόμενα που αγγίζουν το χώρο της Μεταφυσικής συνιστούν αντικείμενο μελέτης εδώ και τουλάχιστον 40 χρόνια. Οι πρώτοι επιστήμονες που έκαναν τέτοιες έρευνες τέθηκαν στην αρχή στο περιθώριο αλλά τώρα πια δημοσιεύσεις, ανακοινώσεις, papers φιγουράρουν σε επιστημονικά περιοδικά βιβλιοθήκης και σε πρακτικά συνεδρίων χωρίς να γίνονται αποδέκτες επιστημονικής αμφισβήτησης (ενώ επιδέχονται ίσως πολλαπλές ερμηνείες). Εν ολίγοις τα παράλληλα σύμπαντα δεν είναι τσαρλατανισμοί, τα φαινόμενα ψυχώ αντιμετωπίζονται πολύ πιο προσεκτικά και σοβαρά, ιδωμένα όλα στα πλαίσιο μιας ενιαίας θεωρίας που βλέπει το σύμπαν σαν ένα Όλον όπου οποιαδήποτε διαταραχή σε κάποια χωροχρονική γωνιά του επηρεάζει όλες τα χωροχρονικά σημεία ενός Σύμπαντος που έχει τις ιδιότητες ενός χώρου Μινκόφσκι. Το κάθε τι φαίνεται πως «καταγράφεται» σε κάτι σαν σκληρό δίσκο, κάτι σαν το Ακασικό Πεδίο. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι τελικά το κάθε «γεγονός» στο Σύμπαν δεν είναι παρά ένα Μητρώο του οποίου οι συντεταγμένες είναι κι αυτές καταγεγραμμένες  στο Ακασικό Πεδίο.

Είναι προφανές ότι τα όρια μεταξύ Επιστήμης και Τέχνης είναι, αν μη τι άλλο ευμετάβλητα. Ο Goethe  είναι από εκείνους τους ανθρώπους που είδαν αυτό από νωρίς και το κοινοποίησε στον κόσμο με το έργο του και με τον δικό του τρόπο. Μόνο που τότε δεν το έδωσε ακριβώς με τέτοιους όρους. Το διαπίστωσε όμως. Και όταν το κοινοποίησε ίσως αρκετοί να μην κατάλαβαν αυτό που ήθελε να πει. Αλλά ευτυχώς το έργο του παραμένει και εμπνέει ανθρώπους που μας κοινοποιούν μέσω της Τέχνης αυτήν τη διαπίστωση για τα ακριβοθώρητα σύνορα ανάμεσα στους δύο χώρους. Ένας τέτοιος σύγχρονος δημιουργός είναι ο Andrew Crumey. Ο Crumey έχει το πλεονέκτημα να έχει τις βασικές του σπουδές, στα Μαθηματικά ενώ το διδακτορικό του είναι στη Θεωρητική Φυσική. Άρα είναι καλός γνώστης των επιστημονικών εξελίξεων και επειδή είναι Καλλιτέχνης μας τα κοινοποιεί όλα αυτά τα «παράξενα» που συμβαίνουν στο Σύμπαν μέσω της Τέχνης, μέσω της Λογοτεχνίας. Ιδού λοιπόν το τελευταίο του βιβλίο το Sputnik Caledonia (εκδ. ΠΟΛΙΣ) βιβλίο που πρωτοεκδόθηκε στην Αγγλία πριν από 3 χρόνια. Πατάει στα χνάρια των προηγούμενων του έργων (Πφιτς, Αρχή του DAlembert , κύριος Μι, Μόμπιους Ντικ) και δημιουργεί ένα Σύμπαν που χωρά τα Πάντα: ο,τι μπορεί και δεν μπορεί να λεχθεί, ο,τι μπορεί και δεν μπορεί να γίνει.


Φυσικά για γα μπορέσουν να δοθούν με μαεστρία όλα αυτά χρειάζεται ένα όχημα που θα είναι άνετο τουλάχιστον για τους υποψιασμένους και μυημένους αναγνώστες. Αυτό είναι το όχημα της διήγησης, της μυθοπλασίας. Το στόρυ αποτελείται από 3 κεφάλαια που διαδραματίζονται σε παράλληλους κόσμους που όμως τέμνονται κάπου, κάτι  σαν τις ευθείες του Λομπατσέφσκι. Όπως είναι φυσικό υπάρχουν κοινά πρόσωπα και κυρίως ο κεντρικός ήρωας ο Ρόμπιν Κόιλ που γεννιέται σε μια Σκωτία «αληθινή», ανδρώνεται σε μια Σκωτία κομμουνιστική και «τελειώνει» σαν μια «δυαδικότητα» σε μια Σκωτία «αληθινή». Χιούμορ, Ευρηματικότητα, Ποίηση, Φιλοσοφία, Μαθηματικά, Φυσική, Πολιτική, Ψυχοφυσική επιστρατεύονται σε ένα εκρηκτικό μείγμα που αν το πιάσεις στα χέρια σου απλά βουλιάζεις μέσα του σαν να μπαίνεις σε μια Μαύρη Τρύπα (παρεμπιπτόντως εκπληκτικοί οι υπαινικτικοί παραλληλισμοί της Μαύρης Τρύπας με τον Γυναικείο Κόλπο) και βεβαίως δεν θα βγεις από αυτήν αν δεν … τελειώσεις με γέλιο και με κλάμα μαζί! Τελικά για αυτόν τον μεγαλοφυή δημιουργό που ακούει στο όνομα Andrew Crumey πρέπει να ισχύει η αγαπημένη στον Μαρξ ρήση του Τερέντιου nihil humani a me alienum puto (τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο). Ένα βιβλίο για τους αληθινά ανήσυχους γραμμένο από έναν πανάξιο μεταμοντέρνο ταραξία - επιστήμονα της Λογοτεχνίας.  Υποκλινόμαστε!

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Μία, δύο, τρείς, πολλές ελλάδες



Μέσα στο καλοκαίρι επέστρεψα για μια ακόμα φορά στην πατρώα γή των Χανίων για να περάσω τις διακοπές μου. Είμαι από εκείνους τους τυχερούς κατοίκους της πρωτεύουσας που έχουν τη δυνατότητα να έχουν μια βάση και στην επαρχία, μια βάση όχι μόνο για διακοπές αλλά ίσως και για ένα πρόσθετο εισόδημα, αγροτικό ή μη. Επειδή είναι γνωστός σε όλους μας ο αναβρασμός της κοινωνίας λόγω ΔΝΤ, Μνημονίου κ.λ.π. δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι ταξιδεύοντας από τη πρωτεύουσα προς τα Χανιά διαπιστώνω την ύπαρξη διαφορετικών προσλαμβανουσών. Ο κόσμος της Αθήνας βιώνει την κρίση με ένα τρόπο που η Κρήτη δεν μπορεί να τον κατανοήσει. Είναι απολύτως λογικό και κατανοητό ότι οι Χανιώτες έχουν ένα απάγκιο για την κρίση σε όσο δύσκολη οικονομική κατάσταση και αν βρεθούν. Υπάρχει ακόμα το χωριό που είναι κοντά, υπάρχει το περιβολάκι, υπάρχουν οι ελιές, υπάρχει ο κήπος… Ακόμα και στο δρόμο να βρεθείς επαγγελματικά, πάλι «σώνεσαι», θα τη βγάλεις. Αυτό επ ουδενί δεν συμβαίνει στην πρωτεύουσα. ΟΙ ρυθμοί, οι εντάσεις, ο φόβος, η απελπισία, ο ζόφος βρίσκονται σε ερυθρούς βαθμούς συναγερμού. Προφανώς η επαρχία δεν μπορεί να χωνέψει και πολλά από τον «πόλεμο» που βίωσε η πρωτεύουσα την 29η Ιουνίου, μέρα ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου. Οι συζητήσεις δείχνουν ότι ένα μεγάλο μέρος του κόσμου το εξέλαβε ως μεγάλης έκτασης επεισόδια, χωρίς να κατανοεί ούτε το πρακτικό αλλά κυρίως ούτε το πολιτικό βάθος. Για να μην μιλήσουμε για την άγνοια που έχει ο περισσότερος κόσμος για το τι εστί «Εφαρμοστικός Νόμος». Οι περισσότεροι ψυχανεμίζονται ότι κάτι δεν πάει καλά αλλά πόσοι γνωρίζουν συνειδητά ότι η χώρα μας που έχει περάσει κι άλλες πτωχεύσεις και πολέμους με αποκορύφωμα τη Γερμανική Κατοχή ουδέποτε καταδέχτηκε εδώ και διακόσια σχεδόν χρόνια να παραχωρήσει Γη και Υδωρ στους ξένους, κάτι που το κάνει για πρώτη φορά μέσω του Μεσοπρόθεσμου και του Εφαρμοστικού Νόμου; Πόσοι αναγνωρίζουν ότι το μέλλον δύο γενιών υποθηκεύτηκε για τα επόμενα 30 χρόνια;
Κι ενώ διαπιστώνουμε αυτές τις αντιφάσεις που συμβαίνουν στην ίδια χώρα κι ενώ αρκετοί από τους ανθρώπους εκείνους που βρίσκονται σε θέσεις υπουργικές, βουλευτικές, γραμματειακές, θέσεις αυτοδιοίκησης δεν χαμπαριάζουν ακόμα ότι το παραμύθι με τους «ημέτερους» θα πάρει ένα τέλος (και μάλιστα με βίαιο τρόπο, αλλά, καλύτερα έτσι) υπάρχουν και μια σειρά νέοι άνθρωποι που φέρνουν τη χώρα μπροστά. Δουλεύουν σιωπηλά αλλά επίμονα και καθώς θα αναφερθούμε μόνο στη φετινή χρονιά, επισημαίνουμε: για πρώτη φορά η χώρα μας έλαβε χρυσό μετάλλιο στο διαγωνισμό της Διεθνούς Μαθηματικής Ολυμπιάδας Σχολείων. Επίσης για πρώτη φορά έλαβε χρυσό μετάλλιο στο Διεθνή Μαθηματικό διαγωνισμό για φοιτητές. Ομάδα του Πολυτεχνείου Κρήτης έλαβε το πρώτο βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό ασφάλειας και οικονομίας οχημάτων. Δυο νεαροί «αλανιάρηδες» κομπιουτεράδες έλαβαν το πρώτο βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό της Microsoft προτείνοντας ένα πρόγραμμα περιήγησης σε πολιτιστικούς και αρχαιολογικούς χώρους μετά από 350 χιλιάδες υποψηφίους. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η Ελλάδα έθεσε φέτος υποψηφιότητα στα Όσκαρ και για πρώτη φορά στην ιστορία της συμμετείχαμε στην τελική πεντάδα των υποψηφίων για τα μουσικά βραβεία Γκράμμυ. Αυτές είναι οι πολλές Ελλάδες: άλλοι στη νιρβάνα τους, άλλοι στη ζωντάνια τους, άλλοι στο κέφι τους, άλλοι στη κατάθλιψή τους, άλλοι στη απογοήτευσή τους, άλλοι στους προσωπικούς ή πολιτικούς αγώνες τους μα πάνω απ΄ όλα ένας τόπος που μπορεί να βγάζει ανθρώπους που δημιουργούν. Για όλους αυτούς τους πολυβραβευμένους νέους αλλά και τους ανώνυμους άλλους που δεν διακρίνονται αλλά παράγουν, οι αυτοκράτορες των Διεθνών Τραπεζών ετοιμάζουν ένα ζοφερό μέλλον. Θα τους αφήσουμε;  

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Το γάλα και η στάχτη


Εισπνέουμε το ετεροβαρές
Ανομοιόμορφη κατανομή των ηθών
Χτίζουμε σε κόμβους, σε κοιλάδες και σε κορυφές
Σε κενά και σε τείχη
Οι χούφτες των χεριών μας μυρίζουν γάλα ή στάχτη από τα μαλιά
Κι αποκαμωμένοι γυρίζουμε στο μέλλον
Να πλαγια΄σουμε με την Ιδέα μας πάνω σε Πλατείες
να καπνίσουμε χαρμάνι από Κυάνιο και από Vagina
Στέργουμε ο ένας τον άλλο
εν με΄σω μικρών μηνυμάτων και νευμάτων
Η επόμενη στιγμή εκρήγνυται στον κόρφο μας

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Αφυλο

Δυο αντικριστοί Καθρέπτες
Και στη μέση Αυτή
Στον έναν βλέπει τους εραστές του παρελθόντος
Αποστρέφεται την κάμερα
Μακρινό στον άλλον Καθρέπτη
Οι εραστές του Μέλλοντος
Ορμάει
Είναι άφυλοι, Άντρες - είδωλα του παρελθόντος
Χρωστούν Ηδονή
Βγαίνει από το Κάτοπτρο ο Νάρκισσος. Άφυλος
Την κοιτά με ορμή αλλά χωρίς ορμές
Τα δάχτυλά του σχεδιάζουν κινήσεις
Κατεβάζει σπέρμα από το Συμπαντικό Ιστό
και το αποθηκεύει στη Μητρική της.

Εξετέθην

Άπλωσα τα δίχτυα μου σε τέσσερις Πυλώνες
Το μέλλον μού φώτισε τις ρίζες
Ροζιασμένες φωνές του επέκεινα
Ξάφνου, διάρρηξη στο σύμπλεγμα
Πλήθη του Έναστρου σε τύρβη
Α! ο Γκαριμπάλντι σε ενδοσκόπηση
Οι σπουδαίες χώρες!
Οι Μεγάλες Αυτοκρατορίες! Τα Χερουβείμ!
Τα Δώρα του Θεού είναι τρύπια
Κάποιος στο φανάρι Σπέρνει  την "Κενή Διαθήκη"
Προσέχω το διάκενο ανάμεσα στην "Κενή" και στο "Διαθήκη"
Τι τα ενώνει; Ένα άλμα στο κενό. Τόσο απλό
Και εξετέθην

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Θανάσης Παπακωνσταντίνου – μια απόπειρα ακρόασης και ανάγνωσης του έργου του- δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Μετρονόμος", τεύχος 39- Δεκέμβρης 2010





Του Αντώνη Περιβολάκη

Υπάρχουν φορές που νομίζεις ότι μια ανώτερη δύναμη έχει δώσει απλόχερα σε μερικούς ανθρώπους κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Είναι όταν νιώθεις ότι η φύση επιτηδευμένα έχει πετάξει στα σκουπίδια κάθε τσιγκουνιά της και προσφέρει - αφειδώλευτα - χαρίσματα σε μερικά δημιουργήματά της. Αλλά και από την άλλη, ακόμα κι αν βγάλουμε τα γυαλιά του ορθολογιστή κι αντί για «φύση» δούμε με ένα απόλυτα προσωπικό τηλεσκόπιο τις ψυχές που σουλατσάρουν ατέρμονα στο σύμπαν περιμένοντας μια ολοκλήρωση, μια … «ένωση» με το Εν, και ταυτόχρονα προικίζουν απνευστί κάποια επιλεγμένα αλητάκια του σιναφιού της ύλης ε, τότε σίγουρα σε αυτά τα αλητάκια που από κάπου εκεί αλλού «τα παίρνουν χοντρά» ναι, σε αυτά τα αλητάκια ανήκει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου (Θ. Π. στο εξής). Και σε όσους φαίνονται περίεργα και συνάμα υπερβολικά όλα τα παραπάνω σαν εισαγωγή για αυτόν τον τραγουδοποιό μάλλον δεν έχουν ακόμα ανοίξει αρκετά τα αυτιά τους για να δουν αυτά που μπορούν να δουν μέσα από τα δημιουργήματα αυτού του ανθρώπου.
Ίσως για τους πολλούς να μην είναι δόκιμο να μιλάμε με τέτοια λόγια σε ένα μουσικό περιοδικό, όταν αντί για παρουσίαση του έργου ενός καλλιτέχνη φαντάζει σα να προσπαθούμε να κάνουμε προσηλυτισμό στα κελεύσματα ενός μύστη ή ενός αερικού. Όχι, δεν έχουμε τέτοιες προθέσεις, αν και οι αδυναμίες δεν κρύβονται. Εν τούτοις, όσο και αν είμαστε οπαδοί ενός ορθολογισμού, έχει κι αυτός τα όριά του, η ζωή το έχει αποδείξει, και τα εργαλεία του ορθού λόγου είναι επαρκή μέχρις ενός σημείου. Προς επίρρωση μιας τέτοιας «μεθόδου» θα επικαλεστώ τον πρόσφατα χαμένο υπερρεαλιστή ποιητή μας Έκτωρα Κακναβάτο που συνηγορώντας για τέτοιες «μεθοδολογίες» υποστήριξε σε ένα ποίημα του πως

«Όταν η γλώσσα δεν κάνει άλλο παρά να υπηρετεί τον Λόγο καταστρέφει την πάμφωτη αταξία των πραγμάτων• Κι αυτά την εκδικούνται θάβοντάς την στην αιθάλη τους.»

Κάπου εκεί σταματά η λογική και αρχίζει … όχι ο στρατός αλλά η Τέχνη, και μάλιστα η εμπνευσμένα ανεπιτήδευτα Τέχνη, αυτή που ανακατεύει τη Λογική με το Παράλογο, αυτή που αναδεύει τις Μνήμες με τα Όνειρα και με τις Εικόνες της πρόσκαιρης ζωής μας. Αυτή που φωτίζει τα αιώνια αινίγματα της ύπαρξής μας, μας υπενθυμίζει το πρόσκαιρο του πράγματος και , πάνω απ΄ όλα, μάς δίνει την χρειαζούμενη παρηγοριά. Η Τέχνη είναι χωρίς όρια, φτάνει να μην είναι τέχνη για την τέχνη, να μην υπόκειται σε κανόνες, νόρμες και φορμαλισμούς. Είναι αλήθεια πως μια μικρή μόνο μειοψηφία αλλοπαρμένων, αλαφροΐσκιωτων ή πονεμένων ανθρώπων καταφέρνει να ξεφύγει από αυτά τα στεγανά, και το βέβαιο είναι πως τέτοιοι δημιουργοί δεν είχαν και ποτέ στη ζωή τους τέτοιου είδους στεγανά. Είναι Αναρχικοί από γεννησιμιού τους, Αναρχικοί με την πιο υψηλή, ειλικρινή και ευγενή έννοια του όρου, και όσοι τους καταλαβαίνουν και τους αγαπούν κινούνται στις ίδιες έναστρες αλέες. Ο Θ.Π. με την σχεδόν 20ετή διακριτική παρουσία του επιβεβαιώνει την ιδιότητα αυτή: την ιδιότητα του «ανήκειν» σε εγκόσμια και υπερκόσμια χαοτικά σύνολα που ταλαντεύονται ανάμεσα στον πρωτογονισμό και την άπιαστη ομορφιά.


«…Όσες κι αν χτίσουν φυλακές, κι αν ο κλοιός στενεύει,
ο νους μας είναι αληταριό που όλο θα δραπετεύει…»

Όπως σε κάθε τραγουδοποιό τα γεννήματά του αποτελούνται από 2 μέρη: τη μουσική και το στίχο. Αξίζει να παραθέσουμε τη θέση του Θ.Π. σε αυτό το θέμα όπως τη διατύπωσε σε ραδιοφωνική συνέντευξή του πριν από μερικά χρόνια:
«Η μουσική επειδή στηρίζεται στο συναισθηματικό χάος που έχει ο καθένας μέσα του, είναι και πιο απύθμενη, ενώ ο λόγος, κατά την γνώμη μου, έρχεται κάποια στιγμή που στερεύει. Ό,τι είναι να πεις, το λες κάποια στιγμή. Και έτσι μπορώ να πω ότι είμαι πιο κοντά στην μουσική. Από την άλλη μεριά βέβαια αναγνωρίζω ότι ο λόγος κάνει πολύ πιο ευθύβολο το τραγούδι, δηλαδή το στέλνει κατευθείαν στην καρδιά.»
Η μουσική του Θ.Π. δεν είναι εύκολο να ενταχθεί σε κάποιο από τα κυρίαρχα ρεύματα. Αντιθέτως είναι δύσκολο να αναζητήσει κανείς κάποιο είδος που να μην έχει επηρεάσει τον καλλιτέχνη (δημοτική μουσική, ανατολική, λαϊκά, ρεμπέτικα, ροκ, έντεχνα, κλασσική, ατονική, μινιμαλιστική κ.α.). Παρ΄ όλα αυτά, όπως δηλώνει και ο ίδιος αυτό που λατρεύει είναι η δημοτική μουσική με ιδιαίτερη προτίμηση στα Ηπειρώτικα. Σίγουρο είναι ότι ο Θ. Π. δεν είναι μεταμοντέρνος, δεν είναι avant garde. Και αναφέρω αυτόν τον αποκλεισμό επειδή μερικοί επαγγελματίες του είδους εύκολα θα ενέτασσαν τα τραγούδια του σε αυτές τις κατηγορίες. Οι κυριότεροι λόγοι γι΄ αυτήν την κατηγοριοποίηση που ήδη στο παρελθόν έχει πραγματοποιηθεί είναι δύο: πρώτον διότι είναι επαγγελματίες μουσικοκριτικοί και πρέπει να βάζουν δημοσίως ταμπέλες και κουτάκια και δεύτερον επειδή εκ πρώτης όψεως τα δημιουργήματα του Θ.Π. έχουν σαφή υβριδικό χαρακτήρα είτε μουσικά είτε θεματολογικά. Θεωρώ πως στον Θ.Π. (όπως και σε μια μικρή μειοψηφία άλλων δημιουργών) είναι λάθος να γίνονται τέτοιου είδους απόπειρες διότι ο οποιοσδήποτε κριτικός θα ξέφευγε από την ουσία των δημιουργημάτων. Ενώ λοιπόν είναι απολύτως θεμιτό να συζητάμε για ένα προϊόν καλλιτεχνικό, σε περιπτώσεις σαν του Θανάση καλό είναι να παίρνεις πρώτα μια βαθιά ανάσα πριν βυθιστείς στα ζωοφόρα σκοτάδια του. Τηρουμένων των αναλογιών θα λέγαμε πως όσο οι θεωρίες της φυσικής εξηγούν τον κόσμο με την χρήση 3 διαστάσεων τα πράγματα είναι συμβατικά. Όταν όμως εισαχθεί και κάποια 4η ή 5η ή περισσότερες διαστάσεις τότε το παιχνίδι χοντραίνει και το σύνθημά μας για την ερμηνεία του κόσμου πρέπει να είναι ένα: σεβασμός στον στοχαστή που κάτι μας φέρνει!

Η θεματολογία του είναι ένα άλλο τεράστιο κεφάλαιο. Είναι ξακάθαρο από την αποτίμηση του έργου του ότι ο Θ.Π. εν αντιθέσει με τους περισσότερους δημιουργούς, έχει έναν πολύ μικρό αριθμό καθαρά ερωτικών τραγουδιών. Ο ίδιος σε συνέντευξη του ομολογεί:
«…περιγράφω πιο άφυλα συναισθήματα, χωρίς να το επιδιώκω διανοητικά. Εγώ νομίζω πως ο πυρήνας του ανθρώπου δεν είναι το φύλο γιατί άμα το ανοίξεις κι αυτό, είναι όπως ανοίγεις τα φύλλα ενός κρεμμυδιού, το φύλο είναι το πρώτο που συναντάς. Δηλαδή, αυτά που βιώνει κανείς σαν ον και όχι σαν άντρας ή σαν γυναίκα, είναι ακόμα πιο βαθιά τραβηγμένα. Και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον δεν έχω και πολλά ερωτικά τραγούδια».
Πρόκειται για μια ομολογία – κλειδί στην ακρόαση του έργου του. Ενδιαφέρεται για θέματα που θα μπορούσαν να απασχολήσουν ή να ερεθίσουν τον καθένα μας. Η βροχή, τα άστρα, οι πέτρες, τα δάκρυα, ο άνεμος, τα λουλούδια, τα ζώα, τα ζουζούνια και οι ικανότητές τους, το ξύπνημα, ο έρωτας, το ερωτιάρικο παιχνίδι, η παρέα των φίλων, η δουλειά, τα μωρά, οι γιορτές, το ψέμα, οι γέροι, οι καλόγεροι, ο ύπνος, οι ψυχές των ζώντων και των νεκρών, τα όνειρα, οι υπεραισθητηριακές εμπειρίες. Μέχρι και «αυτό που δεν μπόρεσε να υπάρξει» έχει θέση στη θεματική βεντάλια του Θ.Π. Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι οι περισσότεροι στίχοι δεν είναι στιχάκια, δεν γράφτηκαν για να γίνουν ακριβώς τραγούδια. Είναι ποιήματα. Δηλαδή,ενώ αρκετά από αυτά έχουν εικόνες που δεν είναι αφηρημένες εντούτοις αυτά χαρακτηρίζονται από πυκνότητα νοημάτων. Για παράδειγμα η «Βέρα» (CD «Στην Ανδρομέδα και στη Γη») είναι απλές καθημερινές εικόνες και σκέψεις δοσμένες μέσα από ένα γνωστό παραμύθι που σε προβληματίζουν και γελάς, θες δε θες, για τη φύση σου, ενώ το «Σαν αστραπή» (CD «Ο Σαμάνος») εμπεριέχει βαθιά φιλοσοφική σκέψη που δίνεται μέσω της ποίησης. Ο Θ.Π. αγαπά ιδιαίτερα την ποίηση, το λέει και το ξαναλέει και μάλιστα παραδέχεται την αδυναμία του σε έναν ποιητή – φορέα νοηματικής πυκνότητας και Παπαδιαμαντικού θάλπους: το Νίκο Καρούζο. Έναν ορισμό – αφορισμό της ποίησης μας τον έδινε ο Θ.Π. παλιά μέσα από τις συναυλίες του όταν τραγουδώντας το «Άλφα τελεία Μάνθος» (CD «Βραχνός προφήτης», το τραγούδι είναι διασκευή ποιήματος του Χρήστου Μπράβου) δημιουργούσε μια διελκυστίνδα ανάμεσα στον δικό του στίχο «στα δόντια το μαχαίρι» και στην πρωτότυπη ποιητική εκδοχή «τα δόντια στο μαχαίρι».

Ελάχιστες είναι οι φορές που έβαλε στους δίσκους του στιχουργικές δημιουργίες κάποιων άλλων τις οποίες θα δούμε παρακάτω στην παρουσίαση της δισκογραφίας του ενώ δεν δίστασε να «κλέψει» (με την Χατζιδακική έννοια του όρου) φράσεις από άλλα τραγούδια και να τα ενσωματώσει στα δικά του. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις: «η βάρκα μας η κουρελού», ο «Άγγελος -Εξάγγελος» (- προάγγελος της μεταγενέστερης συνεργασίας του με τον Σαββόπουλο;), η ιδιότυπη μουσική διασκευή στα «Κάλαντα»…
Πώς γεννιούνται όλα αυτά; Ποια είναι τα θέματα και ποιες οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εμπνέεται ο Θ.Π.; Χρειάζεται, άραγε, «φύση και ηρεμία» όπως αρκετοί επαγγελματίες του είδους, προκειμένου να εμπνευστεί; Κατηγορηματικά : Όχι! Μας το έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις του αρκετές φορές. Μπορεί να εμπνέεται ακόμη και στους 4 τοίχους, εξάλλου «δεν έκανε ταξίδια μακρινά» στη ζωή του. Τι είναι αυτά που κάνει ο Θ.Π.; Πώς δημιουργεί; Ο διάσημος γλύπτης της Αναγέννησης Μιχαήλ Άγγελος έλεγε πως δεν έκανε γλυπτά απλά σκάλιζε τα μάρμαρα για να αποκαλύψει τις μορφές που ήδη υπήρχαν και ήταν κρυμμένες εκεί μέσα. Ο Θ.Π. αποκαλύπτει τις εικόνες και τα μηνύματα που του έρχονται δίνοντάς τους στίχους και μουσική. Πάλι από παλιότερη συνέντευξή του αντιγράφουμε:
«Τι διαμορφώνει αυτές τις καταστάσεις; Θα ξαναπώ πάλι το ίδιο, το χάος. Δηλαδή σκέφτομαι ότι μια ασήμαντη στιγμή στην ζωή ενός δημιουργού, δηλαδή το να κάθεται κάποια στιγμή στα σκαλοπάτια, σε κάποια σκαλοπάτια, και να κοιτάζει τον ήλιο ας πούμε, να κοιτάξει για μια στιγμή στον ήλιο, αυτή η στιγμή μπορεί δημιουργικά να είναι πολύ πιο σημαντική από μια επανάσταση που θα συμβεί στα χρόνια του ή από οτιδήποτε άλλο. Δηλαδή είναι τόσοι οι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την πορεία σου που είναι ανεξέλεγκτο, χαοτικό.»
Σε παλιότερη επίσης κουβέντα μας και ενώ συζητούσαμε για την κατά καιρούς παράθεση διαφορετικών και ίσως άσχετων σε πρώτο επίπεδο εικόνων στο ίδιο τραγούδι, μιλάει για ένα είδος «αυτόματης γραφής» που είχαν και οι σουρεαλιστές ποιητές. Έτσι, μιλώντας για την έλευση διαφορετικών εικόνων διαπίστωνε :
«Ήρθαν και μάλιστα προβληματίστηκα και έλεγα μέσα μου: μα πώς μπορεί να έρχονται έτσι όλα αυτά, τα οποία, φαινομενικά, είναι και ασύνδετα; κι όμως τελικά κάθεται καλά, το ακούει και ο άλλος το τραγούδι, το τραγουδάει, δεν παραξενεύει κανέναν αυτή η παράθεση εικόνων. Έχω την εντύπωση, λοιπόν, κι εγώ σαν δέκτης ότι αυτό που τις δένει όλες αυτές τις στροφές και τις μουσικές είναι το πάθος, αυτό περιγράφουνε. Πολλές φορές έχω προβληματιστεί, στη μουσική πιο πολλές φορές, αλλά και στο στίχο, για το πώς «ήρθανε» πράγματα, λες και υπάρχουνε. Πώς έλεγε ας πούμε ο Πλάτωνας ότι το μόνο που υπάρχει είναι τα Αρχέτυπα, κάτι σαν μια Τράπεζα Εικόνων και Ήχων και μετά έρχεται και αναβλύζει μέσα από μένα. Κι εγώ, ξέρεις, είμαι κατά βάση ορθολογιστής. Θέλω να κατανοώ, κυρίως. Έχω καμιά δεκαετία που άνοιξα την πόρτα στο παράδοξο και το ακατανόητο και θεωρώ πως είναι και το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να μας συμβεί στη ζωή. Και μου 'χει κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση, δηλαδή δεν το περίμενα παλιά το ότι μπορεί να είσαι αυτό που λέμε «ενδιάμεσος». Και για αυτό δεν νιώθω και σπουδαίος, ότι εγώ κάνω τάχα κάτι. Απλά, όλα αυτά υπάρχουν κι εγώ είμαι ο «ενδιάμεσος» το «φίλτρο» για να βγουν προς τα έξω...».


«…Κι εγώ από τη Λάρισα σου στέλνω τραγουδάκια…»
Χιούμορ, θυμοσοφία, τραγικότητα, αυτοσαρκασμός, παραθέτουμε μερικά από τα χτυπητά χαρακτηριστικά που διακρίνει κανείς στο σύνολο του έργου του. Κι αν θα έπρεπε να διαλέξουμε μία από τις φράσεις που συμπυκνώνουν την εικόνα του και τη στάση του θα τη βρίσκαμε στο τραγούδι «Το κάλεσμα» (CD «Ο Σαμάνος») όπου με ψυχαναλυτικό μένος ομολογεί τι λαχταρά η ψυχή του:
«Αχ, να 'μουνα καλύτερος, αχ, να μην ήμουν ψεύτης
και το Μεγάλο Κάλεσμα να μη φοβούμουνα»

ερχόμενος στα ίσα του και πιο όρθιος από την φαινόμενη στάση προσκυνήματος που έχει πάρει τα προηγούμενα χρόνια εξαιτίας μιας κύφωσης που προέκυψε από το γεγονός ότι τα «σκουπίδια» που θέλει να βγάλει προς τα έξω «αντί να βγουν στα χείλη του σφηνώνουν στον αυχένα». Προφανώς το «Μεγάλο Κάλεσμα» είναι το κάλεσμα για το Μεγάλο … Πέρασμα που κάποια στιγμή θα κάνουμε όλοι μας.


Είχα τη χαρά σαν φοιτητής να ακούσω τον Θ.Π. πριν από 18 χρόνια περίπου σε μια συναυλία στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν εκδώσει τον πρώτο του δίσκο. Είχε έρθει από την γενέτειρά του την - κοντινή στην συμπρωτεύουσα – Λάρισα, για να υποστηρίξει τραγουδιστικά τις καταλήψεις μας, μαζί με τον Σωκράτη Μάλαμα και άλλους καλλιτέχνες. Από τότε ήταν και εξακολουθεί να είναι ντροπαλός με ένα τρόπο που αμφιβάλλω ακόμα αν πείθει, τελικά μάλλον πρόκειται για μια εσώτερη φυσική συστολή που προέρχεται από ένα δημιουργικό στρες … ανεπάρκειας. Αυτοί που είχαμε εκστασιασθεί από αυτό το ελάχιστο που ακούσαμε ανταμειφτήκαμε πλουσιοπάροχα μερικούς μήνες αργότερα όταν ακουγόταν από τα ραδιόφωνα της πόλης μια ξυλουρέικη φωνή να ρίχνει μουσικές «ζαχαρωτές ντουφεκιές» στα αυτιά μας μέσα από έναν σχετικά πρωτόγνωρου τύπου δίσκο: την «Αγία Νοσταλγία». Ο δίσκος ήταν ό,τι και ο δημιουργός του: δίσκος Ο.Κ. («Ο,τι Κάτσει»). Ήχοι πρωτόλειοι, ανεπιτήδευτοι, εκ πρώτης όψεως χωρίς μελέτη μα και χωρίς σπουδή, - νομίζεις στην αρχή πως θα μπορούσαν να είχαν συμβάλλει στη δημιουργία τους οι «Χειμερινοί Κολυμβητές» -φωνές ακαλλιέργητες μουσικά (ήταν οι φωνές του Θ.Π. και του φίλου του Γιώργου Μιχαήλ που ακουγόντουσαν στον πρώτο δίσκο) που ανέδιδαν την ομορφιά και το κιμπαριλίκι του πρωτογονισμού. Κυριαρχούσε ο ήχος της μπουζουκομάνας ένας ad hoc τύπος μπουζουκιού που του το είχε δωρίσει ο Ισίδωρος Παπαδάμου των Χειμερινών Κολυμβητών. Ακόμα και σήμερα, ακούγοντάς τα, μού μοιάζουν σαν τα αγριοκάτσικα που πετάγονται από το ένα απόκρημνο σημείο του βράχου στο άλλο αψηφώντας το άγριο και το κάθετο του βράχου. Έτσι βγήκαν τα πρώτα τραγούδια του, αγρίμια - τραγιά που θα μπορούσαν να γκρεμοτσακιστούν, καθώς ριψοκινδύνευαν να παρουσιαστούν σε μια χώρα που ετοίμαζε το κλίμα της δήθεν γκλαμουριάς. Μα πέφτουν ποτέ τα αγριοκάτσικα; Γι αυτά δεν υπάρχει το πάνω και το κάτω, έτσι και στους πρώτους στίχους του ο Θ.Π. μάς εισήγαγε στην φαινομενική αναρχία της θεματολογίας του που ανέδιδε την αταξία - ανυπαρξία του χρόνου και το μάγμα της ψυχής. Ήταν το 1993. Ο δίσκος περιείχε τραγούδια με θεματολογία πρωτότυπη και ετερόκλητη. Παρελαύνουν οι «Διάφανες Αυλαίες» του Εμπειρίκου, ένα πέρασμα αυτογνωσίας δίπλα στον Πηνειό με εισαγωγή των δίδυμων πιτσιρίκων του τότε Κωνσταντή και Αριστοτέλη, ο αυτοσαρκασμός για το ερωτιάρικο βλέμμα προς τα κορίτσια , ένα αφιέρωμα στον Κομήτη του Χάλεϋ, μια μελοποίηση στον Ομάρ Καγιάμ, και ανάμεσα στα άλλα το τραγούδι – προσευχή «Αγία Νοσταλγία». Έτσι ο Θ.Π. έδωσε το στίγμα του κλείνοντάς μας το μάτι με νόημα «παιδιά, εδώ είμαι, θα πούμε πολλά…»

Το φθινόπωρο του 1995 βρισκόμουν στην πατρίδα μου στα Χανιά και ετοιμαζόμουν να πάω φαντάρος το χειμώνα. Μπήκα σε ένα ολοκαίνουριο δισκοπωλείο της πόλης και καθώς χάζευα γύρω μου με πλησίασε ο άγνωστος σε μένα υπεύθυνος του καταστήματος (αργότερα έμαθα πως λεγόταν Ζοζέφ) και με ρώτησε τι ψάχνω. Του είπα πως χαζεύω γενικά για να ενημερωθώ, με κοίταξε για μια στιγμή, με «έκοψε», και παίρνοντάς με από τον αγκώνα μού λέει «έλα να σου δείξω κάτι που είναι σίγουρα για σένα». Με οδήγησε γραμμή στις καινούριες εκδόσεις και διαλέγοντας ένα CD μού είπε επιτακτικά: «αυτό θα πάρεις!». Και το πήρα… Ήταν το δεύτερο CD του Θ.Π. «Στην Ανδρομέδα και στη Γη». Επρόκειτο για ένα δίσκο αρκετά πιο «σουλουπωμένο» στον ήχο σε σχέση με τον προηγούμενο. Τα τραγούδια όμως κάλυπταν μια ευρύτερη γκάμα και σε έκαιγαν χτυπώντας το κέντρο της ψυχής με ένα απόλυτα λαϊκό τρόπο. Ο φίλος του ο Μάλαμας έμπαινε στο παιχνίδι της συνεργασίας μαζί του στην ερμηνεία και η Μελίνα Κανά είναι η απαραίτητη γυναικεία παρουσία της παρέας. Χαρακτηριστικά τραγούδια αναφέρουμε την «Ανδρομέδα» που έτυχε και μεταγενέστερης συναισθηματικής φόρτισης αφού ο δημιουργός του αναφέρει πως γνώρισε άνθρωπο που ζήτησε σαν πεθάνει να του το τραγουδήσουν πάνω από τον τάφο… Το τραγούδι «κάτω απ΄ το μαξιλάρι» αναφέρεται σε εκείνες τις καταστάσεις που βιώνουν οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια του ύπνου τους όταν έρχονται σε επαφή με τις ψυχές που τους αγαπούν. Τραγούδι παρηγοριάς και τόλμης για όσα δεν τολμάμε να πούμε πως μας συμβαίνουν. Η αναρχική «Τράτα» περιδιαβαίνει το Σύμπαν με επιβάτες όλη την μεγάλη, πολύ μεγάλη παρέα του δημιουργού. Από μια ντουζίνα διαμάντια που έχει ο δίσκος είναι αλήθεια δύσκολο να μην ξεχωρίσουμε το «Άστρο του Πρωινού» το οποίο δεν έχει στίχους του Θ.Π. αλλά είναι διασκευή ενός ινδιάνικου ποιήματος. Κατά τη γνώμη μου είναι ένα από τα πιο εμβληματικά τραγούδια του.

Αυτήν την περίοδο ο Θ. Π. είναι, κυριολεκτικά, ένα «ηφαίστειο» δημιουργικότητας. Το 1996 εκδίδει το CD «Της Αγάπης Γερακάρης» όπου καθιερώνει και τυπικά για το επόμενο διάστημα ως «μούσα» του την Μελίνα Κανά. Κατά κάποιο τρόπο έχει ένα ύφος μεταξύ μπαλάντας και λαϊκού. Είναι όλοι οι στίχοι δικοί του έχει απαλή μελαγχολική φιλοσοφική διάθεση και η θεματολογία του κινείται πάνω – κάτω στα ίδια μοτίβα με τα προηγούμενα αλλά σε πιο χαμηλούς και μελαγχολικούς δρόμους. Η «Φεϊρούζ» είναι ένα τραγούδι που αναφέρεται στη γνωστή ερμηνεύτρια του Λιβάνου ενώ το «Έρημα Κορμιά» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν μια βαθιά εσωτερική αναζήτηση για τον εξωτερικό τύραννο που ντύνει την ψυχή μας. Στον ίδιο δίσκο υπάρχει ένα ακόμη τραγούδι – έμβλημα του Θ.Π., είναι ο «Αποσπερίτης» τραγουδισμένος από τον ίδιο, ένα τραγούδι που για χάρη του έχουν ανάψει … εκατομμύρια αναπτήρες στα live του ενώ πολλοί παρευρισκόμενοι δύσκολα συγκρατούν τα δάκρυα από την ένταση.
Η Μελίνα Κανά εμφανίζεται ως η βασική ερμηνεύτρια και του επόμενου δίσκου. Είμαστε το 1998 και κυκλοφορούν τα «Λάφυρα» με τη συμμετοχή του συγκροτήματος Ashkhabad στις μουσικές εκτελέσεις στα 10 από τα 12 τραγούδια του δίσκου. Ο δίσκος φαίνεται πως συνιστά ένα, κατά κάποιο τρόπο, παραγνωρισμένο έργο του καλλιτέχνη. Πρόκειται για μια υψηλού επιπέδου λαϊκή έως και «πανηγυρτζίδικη» δουλειά στην οποία ο δημιουργός ικανοποιεί με κόπο, και με τη βοήθεια συνεργατών της LYRA, το μεράκι του να συνεργαστεί με το συγκεκριμένο συγκρότημα που έρχεται από το Τουρκμενιστάν. Εν τούτοις είναι στο μεγαλύτερο μέρος της Διονυσιακό προϊόν ικανό να λυτρώσει εκστατικά με το σώμα τον ακροατή. Τα τραγούδια που έγιναν κατά κάποιο τρόπο … σουξέ είναι το «Βάλε κρασί» και το «Μιλώ για σένα». Εκτός των άλλων υπάρχουν δύο οργανικά, και τα ερωτικού χαρακτήρα «Απόψε» και «Όποιος αγάπησε δεν ξέρει να το πει». Αξίζει όμως σε αυτό σημείο να σταθούμε στο τραγούδι «Λάθος μοιρασιά» που οι στίχοι του ανήκουν στην Αδριανή Διαγουμά. Ουσιαστικά είναι ένα δύσκολο τραγούδι με πολύ λίγες ακροάσεις ίσως επειδή χαρακτηρίζεται από σπάνιο συνδυασμό ποιητικότητας, πόνου, τραγικότητας και σπαραγμού. Θα έλεγε κανείς πως γράφτηκε σε κατάσταση απόγνωσης και πιστεύω πως ο καλλιτέχνης θα έπρεπε να το αναδείξει περισσότερο, τραγουδώντας το στις συναυλίες του αφού σπάνια βλέπουμε ο πόνος σε όποιο επίπεδο κι αν βρίσκεται να μπορεί να παράξει τόσο φευγαλέες δημιουργίες.

Περνάνε 3 ολόκληρα χρόνια και έρχεται μια Μεγάλη Στιγμή και για τον Θ.Π. αλλά και για την ελληνική δισκογραφία. Το 2000 βγαίνει ο «Βραχνός Προφήτης», δίσκος κατ΄ εξοχήν πρωτοποριακός, απαύγασμα ωριμότητας, υπομονής, θάρρους, γνώσης, εσωστρέφειας, εξωστρέφειας και … λαϊκού ερίσματος. Δεν θα μπορέσω να ξεχάσω ποτέ το σφάλμα που έκανα τότε: ζώντας στη Λάρισα εκείνα τα χρόνια και μόλις έχοντας ακούσει τον «Βραχνό Προφήτη», όντας παραξενεμένος και αρνητικός στην αρχή, συνάντησα τυχαία στον δρόμο τον Θ.Π. και σε μια κουβέντα μαζί του τού είπα: «μα είναι πράματα αυτά που έγραψες; Τι είδους πειραματισμοί είναι αυτοί;». Ομολογώ πως όχι μόνο δεν παρεξηγήθηκε αλλά το θεώρησε και δεδομένο μιας και η πρότασή του ήταν πολύ ριζοσπαστική και ταυτόχρονα εσωτερική. Ήταν δίσκος … «του θανάτου» κυριολεκτικά και μεταφορικά. Αλλά όπως τα καλό κρασί θέλει το χρόνο του για να ωριμάσει, όπως τα ποιήματα συχνά δεν γίνονται κατανοητά με τις πρώτες αναγνώσεις έτσι και ο «Βραχνός Προφήτης» ωρίμασε μέσα μας καθώς έσκαβε μέσα στο συλλογικό μας ασυνείδητο και μας ξεγύμνωνε. Σε τι να πρωτοσταθεί κανείς; Στον Μπάμπη Παπαδόπουλο με τις κιθάρες του, στον Γιάννη Αγγελάκα με την μπαλάντα - κραυγή «Όταν χαράζει», στο τραγούδι σήμα κατατεθέν «Πεχλιβάνης» που μας δημιούργησε στην αρχή την εντύπωσε ότι … χάλασε το στερεοφωνικό μας καθώς η μουσική αναλύεται σε δύο εκρηκτικές ηχητικές συνιστώσες: αυτήν της ηλεκτρικής κιθάρας στο ένα ηχείο και αυτής του τζουρά στο άλλο; Στο σπαρακτικό διπλό τραγούδι «Γριές» που σε περνά από τα λιβάδια της Ελασσόνας με μια στροφή στα Λιβάδια των Ηλύσιων Πεδίων του Άλλου Κόσμου; Σταματάμε την παρουσίασή του εδώ. Αρκεί να αναφερθεί ότι σε φετινό δημοψήφισμα των αναγνωστών του περιοδικού «Δίφωνο» ο «Βραχνός Προφήτης» αναδεικνύεται ο καλύτερος δίσκος της δεκαετίας του 2000…
Στο ίδιο δημοψήφισμα οι αναγνώστες του περιοδικού αναδεικνύουν την «Αγρύπνια» ως τον 3ο καλύτερο δίσκο της δεκαετίας (μετά το «Ένα» του Σωκράτη Μάλαμα). Η «Αγρύπνια» κυκλοφόρησε το 2002 και ουσιαστικά συνεχίζει τον δρόμο που άνοιξε ο «Βραχνός Προφήτης». Είναι αρκετά πιο εσωτερικός με ατμόσφαιρα κάπως ομιχλώδη και σκοτεινή. Ο Μπάμπης Παπαδόπουλος παίζει κυρίαρχο ρόλο στο έργο αυτό ενώ οι ποιητές Tristan Corbiere και Γιάννης Ζαρκάδης δίνουν το παρόν με τα τραγούδια «Αγρύπνια» και «Να βγαίνεις απ΄ το όνειρο». Το ένα σχετίζεται με την κατάσταση του μη – ύπνου ενώ το άλλο αναφέρεται στις γνωστές «εξωσωματικές εμπειρίες» στην κατάσταση του ύπνου. Το ορχηστρικό «Ενύπνιο» έχει επίσης σαν εφαλτήριο την οραματική κατάσταση μεταξύ ονείρου, ύπνου και πραγματικότητας (ο αρχαιοελληνικός όρος είναι η σπανιότατη λέξη «ύπαρ» και τον αναφέρει μεταξύ άλλων και η Ζυράννα Ζατέλη στο «φως του Λύκου») Οι «Άδειοι Τόποι» κινούνται σε παράλληλη τροχιά με τα προηγούμενα αφού κι αυτοί μιλάνε για τον κόσμο του Μορφέα, τον κόσμο των ονείρων όπου «γευόμαστε την αύρα των ψυχών». Σε αυτό το σημείο θα σταθούμε και στον τέταρτο ποιητή που κάνει την εμφάνισή του τον «πολυώνυμο» Καβαφικό Πορτογάλο Φερνάντο Πεσσόα στον οποίο είναι αφιερωμένο το “Rua da Bella Vista” με τον φωτεινό μεταφυσικό στίχο «Γλυκά θα ανοίξει η κλειδαριά της Πόρτας για το Σύμπαν»
Ουσιαστικά η «Αγρύπνια» εγκαινιάζει και μια νέα περίοδο πρωτόφαντης δημιουργικής συνεργασίας του Θ.Π. στις ζωντανές του εμφανίσεις με τους «Λαϊκεδέλικα» ήτοι: Μπάμπη Παπαδόπουλο στις κιθάρες, Αλέξη Αποστολάκη στα τύμπανα, Γιώργο Μπαντούκ – Αποστολάκη σε κιθάρες – πλήκτρα – μπάσο - φυσαρμόνικα, Δημήτρη Μπασλάμ στο ακουστικό μπάσο, Δημήτρη Μυστακίδη στην ακουστική κιθάρα και το λαούτο, Φώτη Σιώτα σε βιολί - πλήκτρα και Παντελή Στόικο σε τρομπέτα και μελόντικα. Εδώ ακριβώς έρχεται ένα άλλο Διονυσιακό αερικό, η Μάρθα Φριντζήλα που γίνεται η νέα «μούσα» του Θ.Π. Η σκηνική της παρουσία αλλά και η φωνή της έγιναν, όπως είναι φυσικό , αντικείμενο συζητήσεων με θετικά και αρνητικά σχόλια από τους οπαδούς του αλλά γρήγορα το σχήμα ωρίμασε και η μαγιά έδεσε καλά, όπως απέδειξε το πέρασμα των χρόνων. Οι συναυλίες τους μεταβλήθηκαν σε ιεροτελεστίες – εξιλέωση της ψυχής και του σώματος και άφησαν τη δική τους σφραγίδα στα συναυλιακά χρονικά της χώρας καθώς αν λάβει κανείς υπόψη του τη θεματολογία και τα μουσικά είδη του Θ.Π. που παρελαύνουν σε μία - τουλάχιστον 4ωρη - συναυλία του, δεν σου αφήνουν περιθώρια να μην νιώσεις αισθήματα εξαγνισμού. Έτσι, Το 2004 εκδίδονται τα «Ζωντανά» που η χιουμοριστική πλευρά του τίτλου παραπέμπει στο επαρχιακό συνώνυμο των «ζώων» της αγροτικής ζωής. Μάλλον δεν ήταν και τόσο πετυχημένη δισκογραφικά πρόταση αλλά κατά το μάλλον ήττον η έκδοση του δίσκου ήταν αποτέλεσμα μιας συνεχούς απαίτησης των φαν του δημιουργού. Εκφράζοντας προσωπικό παράπονο θα έλεγα ότι κακώς δεν συμπεριλήφθηκε στον δίσκο η παραδοσιακή «Μηλιά» σε εκτέλεση της Φριντζήλα.
Κανένας άλλος δίσκος δεν με έχει ταξιδέψει τόσο πολύ στις πιο βαθιές μου ανησυχίες όσο «Η Βροχή από κάτω» (2006). Μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο δίσκος δεν μαστορεύτηκε σε αυτόν τον κόσμο αλλά μάλλον κάπου αλλού και μάλιστα ένιωσα παραλληλισμούς με έργα που κινούνται σε επάλληλους κόσμους όπως αυτά τα έργα του συνθέτη Γιάννη Χρήστου. Η «Βροχή από Κάτω» είναι αντικειμενικά ένας «δύσκολος δίσκος» και υπερβαίνει κάθε συμβατικότητα. Βυθίζεται υπαρξιακά, αγγίζει το μη υπαρκτό, φέρνει μπροστά στα μάτια μας τις πιο σκοτεινές και ανεξερεύνητες πλευρές μας. Είναι δίσκος ερεβώδης και σκοτεινός αλλά σε αυτά τα ερέβη υπάρχουν σπαράγματα από πεταλούδες, βαριαναστενάγματα, ραδιοπαράσιτα, αυτοσχεδιασμοί με σταφύλια (Διονυσιακό), ο Καρούζος, οι στίχοι του Λόρκα... Η περίφημη «αναγωγή της κυματοδέσμης» που λένε στην Κβαντική Φυσική όταν θέλουν να μιλήσουν για την αποκάλυψη μέρους μιας, υπερβατικής για τα λογικά δεδομένα, κατάστασης ενός σωματιδίου, αυτό ίσως είναι η «Βροχή από κάτω», κι ένα φιλί ζωής μέσα από το Θάνατο. Το σίγουρο όμως είναι πως πρόκειται για μια προσωπική λύτρωση του Θ.Π., μια «κατάσταση» που την αποτύπωσε και την επεξεργάστηκε εν πολλοίς στο στούντιο του σπιτιού του. Τα κέρδη του από το δίσκο; Προφανώς η υπέρβαση και ο εξαγνισμός (ο δικός του και όσων πιστών…). «Κι όποιος θάνατο φοβάται θα τον κουβαλάει στους ώμους…»
Άραγε, άγχος κατέλαβε τον Θ.Π. μετά την δημιουργία στρατοπέδων αποδοχής και απόρριψης της «Βροχής από κάτω»;. Δύσκολο να το πει κανείς, πάντως την ίδια χρονιά και μερικούς μήνες αργότερα κυκλοφορεί τον δεύτερο μέσα σε ένα χρόνο δίσκο του με τον τίτλο «Ο Διάφανος». Δουλειά που φάνηκε να πατά σε πολλές βάρκες μαζί και κατά τη γνώμη μας λιγότερο εμπνευσμένη από προηγούμενες. Πιστεύω πως δεν χαρακτηρίζεται από συνοχή και ενιαίο πνεύμα όπως οι προηγούμενοί του. Αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό αλλά σίγουρα δεν μπορεί να καταταχθεί στις πιο καλές στιγμές του. Δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την εκστατική ατμόσφαιρα που παράγουν τα προηγούμενα έργα του, με εξαίρεση το ομότιτλο τραγούδι «Διάφανος» και την «Περσεφόνη» του Κάτω Κόσμου αμφότερα σε ερμηνεία της Φριντζήλα. Στα 13 κομμάτια συναλλάσσονται το προηγούμενο πλαίσιο με τη σκωπτική προς το Χάρο διάθεση στα « Παξιμάδια», με την ερωτηματική μη βιωθείσα μεταναστευτική νοσταλγία προς την «Αμερική» και με την πλακατζίδικη παρεϊστικη συχγορωδιακή διάθεση της «μοσχαροκεφαλής» των πατσατζίδικων της Λάρισας. Τα περισσότερα αποτελούν ένα συμμάζεμα αδημοσίευτων τραγουδιών που ακούγονταν τα προηγούμενα χρόνια στις ζωντανές παρουσιάσεις με τους Λαϊκεδέλικα. Επίσης δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο «Διάφανος» σηματοδοτεί και τη διακοπή της συνύπαρξής του με την παρέα των Λαϊκεδέλικα. Αυτή η διακοπή προφανώς δεν ήλθε καθόλου αβίαστα για τον ίδιο τον Θ.Π. και κατά κάποιο τρόπο αυτό εκφράζεται και στο εξώφυλλο του δίσκου, συνεπώς, πρόκειται για ένα τέλος, κατά το μάλλον ήττον, προσωρινό…


Ίσως δεν έχουν γραφτεί τα τελευταία χρόνια τόσα πολλά αντικρουόμενα πράγματα για δίσκο της εγχώρια παραγωγής όσο για την συνεργασία του Θ.Π. με τον Διονύση Σαββόπουλο στον «Σαμάνο» του 2008. Η συνεργασία τους προήλθε μετά από επιθυμία του Θ.Π. να τραγουδήσει τραγούδια του ο sui generis δημιουργός Νιόνιος. Ήταν ένα όνειρο πολλών χρόνων που πήγαζε από το θαυμασμό που έτρεφε ο ίδιος προς το πρόσωπο το Σαββόπουλου από τα παιδικά του χρόνια λόγω της ιδιαίτερης επιρροής που είχε ασκήσει επάνω του το έργο του τελευταίου. Αυτή η συνεργασία περπάτησε και δισκογραφικά και σε επίπεδο πωλήσεων αλλά και σε επίπεδο ζωντανών παραστάσεων. Η πλειοψηφία των φίλων του Θ.Π. τον στήριξε με την παρουσία της, εν τούτοις υπήρχε σε όλη τη διάρκεια των live καθώς και των δημόσιων και ιδιωτικών συζητήσεων ένα κούμπωμα, ένα αίσθημα πικρίας και μια στυφή επίγευση. Και αυτά λόγω της δημόσιας εικόνας και των δημόσιων θέσεων του Σαββόπουλου τα τελευταία χρόνια σε πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Ο «Σαμάνος» είναι ένας δίσκος με θεματική, συνθετική και πνευματική συμπάγεια. Ξεφεύγει από τα καθ΄ ημάς και ταξιδεύει στην Κάτω Ελλάδα της Ιταλίας, στο τελευταίο τσιγάρο που κάνει ένας γελαστός (και μη γελασμένος) Σαμάνος δευτερόλεπτα πριν την εκτέλεσή του, στα σκοτεινά «Ορυχεία» του μέσα μας – σε επανεκτέλεση από τον Σαββόπουλο μετά τη «Βροχή από Κάτω» - σε «Αυτό» που κάνει τον Θ.Π. να φτιάχνει τραγούδια και μουσικές. Την ενορχήστρωση ανέλαβε και εδώ αλλά και στα live η εξαίρετη Βάσω Δημητρίου Ο «Σαμάνος» είναι ένας «ήλιος με δόντια» για την ελληνική δισκογραφία και κυρίως για τους θιασώτες των έργων του Θανάση.

Η ιστορία συνεχίζεται. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, στις αρχές του 2011 έρχεται το νέο CD του με τον τίτλο «Ελάχιστος Εαυτός». Για τη δουλειά αυτή όπως και για αρκετά θέματα θα βρείτε σε άλλες σελίδες του τεύχους σε μια μοναδική ανάκριση που του έκανε ο Ηρακλής Οικονόμου. Πάντως δεν θα ήταν σωστό να μην αναφερθούν οι συνεργασίες του και συμμετοχές του σε δίσκους των Σωκράτη Μάλαμα, Σοφίας Παπάζογλου, Φένυας Παπαδόδημα, Δημήτρη Μπασλάμ, Λιζέτας Καλημέρη, Γιάννη Χαρούλη. Με τον τελευταίο ετοιμάζει ξεχωριστή δισκογραφική συνεργασία. Θα ήταν επίσης σοβαρή παράλειψη να μην αναφέρουμε το δίσκο “Second Hand” του συγκροτήματος Night On Earth που διασκεύασαν πριν από 2 χρόνια κυρίως στα αγγλικά, τραγούδια του Θ.Π. με έναν απρόσμενο τρόπο. Κατά την άποψή μου η προσέγγισή τους παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί κινείται στην ατμόσφαιρα της σκέψης του Θ.Π. αλλά οι δρόμοι είναι πολύ διαφορετικοί.
Και κάτι τελευταίο: Πριν από 3 χρόνια προβλήθηκε μια ταινία - απόπειρα του σκηνοθέτη Θανάση Παπακώστα (αναπάντεχη παρ΄ ολίγον συνωνυμία) προκειμένου να καταγράψει τον Θ.Π. κυρίως μέσα από τις ζωντανές εμφανίσεις του. Τίτλος της «Στα κέρατα του ταύρου». Ίσως θα της ταίριαζε και ο υπότιτλος: «Θ.Π. live – ήμουν κι εγώ εκεί»... Νομίζω πως είναι κουραστική οπτικά, διακρίνεται από υπερβολή και, κυρίως, δεν βοηθά να προσεγγίσουμε περισσότερο τη σκέψη και τον προβληματισμό του ανθρώπου για τον οποίο φτιάχτηκε. Μέσα σε αυτές τις λίγες σελίδες ίσως να μην το καταφέραμε ούτε εμείς, αλλά, αν μη τι άλλο, ελπίζουμε να δώσαμε το ερέθισμα να έρθουν κι άλλοι άνθρωποι πιο κοντά σε μοναδικά γεννήματα τόσο σπάνιων ανθρώπων όπως είναι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. «… για εκεί σας κλείνω ραντεβού…»

σ.σ. για περισσότερες λεπτομέρειες μπείτε στην ιστοσελίδα «Κοιλάδα των Τεμπών» http://www.koiladatwntempwn.gr



Σύντομο Βιογραφικό
Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στις 26 Απριλίου του 1959 στον Τύρναβο. Κρατά ως σημαντικότερη ανάμνηση σήμερα το «άρωμα απ' το βρεγμένο χώμα» και τα παραδοσιακά τραγούδια που τραγουδούσαν στα χωράφια οι γονείς του. Στη Θεσσαλονίκη σπουδάζει μηχανολόγος-μηχανικός ενώ στη συνέχεια υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία στην Κοζάνη κάνοντας «αγρύπνιες» στα ταβερνάκια της πόλης. Μετά το στρατό αρχίζει να ασχολείται με την κατασκευή μουσικών οργάνων όπως μπουζούκια, μπαγλαμάδες, τζουράδες και λαούτα. Σήμερα ζει σε ένα χωριό της Λάρισας και ασχολείται αποκλειστικά με τη μουσική αφού εργάστηκε για χρόνια «στης ΔΕΥΑΛ τα χαρακώματα», ως εργολάβος δημοσίων έργων. Είναι παντρεμένος και έχει δύο δίδυμα αγόρια, τον Κωνσταντή και τον Αριστοτέλη. Ξεκινά γράφοντας στιχάκια. Στα 19 του πλησιάζει το Μάνο Λοΐζο προτείνοντάς του έξι από αυτά, «αδόκιμα και καθόλου καλά», όπως τα χαρακτηρίζει σήμερα. Η δουλειά του συνθέτη πάνω στα τραγούδια αυτά χάνεται με το θάνατό του το 1982 και η επικείμενη συνεργασία σταματά πριν ολοκληρωθεί. Λίγα χρόνια αργότερα δίνει κάποια άλλα στιχάκια του στην Ελευθερία Αρβανιτάκη και στην Οπισθοδρομική Κομπανία, χωρίς όμως να δισκογραφηθούν. Η πρώτη του παρουσία στο χώρο γίνεται τελικά μέσα από το διαγωνισμό Μουσικοί Αγώνες Κέρκυρας που διοργάνωνε ο Μάνος Χατζιδάκις. Ο διαγωνισμός ηχογραφήθηκε ζωντανά και κυκλοφόρησε ο δίσκος Κέρκυρα '82 - Αγώνες ελληνικού τραγουδιού - Τα 25 τραγούδια. Ο Θανάσης συμμετείχε με το τραγούδι «Η χελώνα» -ένα «περίεργον λαϊκό» σύμφωνα με την παρατήρηση του Μάνου Χατζιδάκι- που ερμήνευσε ο Πάνος Τσαπάρας. Δύο χρόνια αργότερα, το Δεκέμβρη του 1984, θα κυκλοφορήσει ο δίσκος Διαίρεση του συνονόματού του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Ο πασίγνωστος τώρα πια «Μαύρος Γάτος» και ο «Λεγεωνάριος» είναι τα δύο τραγούδια, τους στίχους των οποίων υπογράφει ο Θανάσης.

Πηγή: «Κοιλάδα των Τεμπών» ο ιστότοπος των φίλων του Θανάση.