Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

Sui generis


Ας υπάρξουμε και αύριο…
Ποιος ξέρει;
Ίσως περάσει ο ξωμάχος της Καρχηδόνας
Αυτός που λάτρεψε τους Βογόμιλους

Καλή ιδέα! Ας πιούμε στην αντιστροφή των ρόλων!...
Φόρεσε εσύ τώρα τα τεχνητά επινεφρίδια
Πως είπατε;… Δεν βλέπετε καλά;…
No problem, dear...
Θα κάνουμε άμβλωση των δακρυικών σας αδένων
Μη! ξέρετε, είμαι ευσυγκίνητος και με πειράζει η υγρασία
Μου προκαλεί προκάρδιο άλγος, to tell the truth…
Όμως θα βρω τα σημεία καμπής των νεοσσών
Και θα προσφέρω ανυπερθέτως θυσίες στους Οφιούχους.

Πρόσθεσα κι άλλο κουμπί στο πληκτρολόγιο
Γράφει «γράψε ποίημα», δεν είναι χάρμα;

Μονόλιθε, ας υπάρξουμε και αύριο, μονάχα για ένα αύριο, ε;;;

Από το Δέρμα του Φιδιού


Κάηκαν οι άνθρωποι της βροχής
Και γέμισε ο τόπος με γιορτή
Και Αγάπη, τόση πολλή Αγάπη!
Ανυπέρβλητα οδυνηρή και λασπωμένη
Με ακρωτηριασμένα μετατάρσια
Παντιέρες διαλαλούσαν την ανάσα της
Και μέσα στην Αγάπη είδε ψυχές καταχθόνιες
Νεκρούς της βαβυλώνας.
Πέτρες του Σινά ρέουν στις φλέβες του
Είναι οροθετικός. Σκέφτεται!...
Δεν μπορεί να υπομένει την Αγάπη
Ω αγαπητέ! don’t worry
Δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας,
Το νόσημά σας είναι αυτοάνοσο
Μια εκτίναξη αστραπής και λοιδορίας
Σαν τα Ερέβη της Μεγάλης Παρασκευής
Ευχαριστώ γιατρέ, τα λέμε σε κάποια άλλη ζωή…

Ο συριγμός


Πάλι σκέφτεσαι με τ΄ ακροδάχτυλά σου
Χλευάζεις τους μαστροπούς ποιητές
που σέρνονται τις νύχτες στα κατώφλια

Η τιμωρία σου θα είναι το Μαύρο Δωμάτιο
Με την υγρών κρυστάλλων οθόνη
Μη χαίρεσαι…
Θα τη βάλουμε για να μπορεί να κλαίει μαζί σου

Προσοχή! Είπα πριονίζεις και όχι ιονίζεις

Υδράργυρος στον ακουστικό πόρο;
Μα αυτό είναι θαυμάσιο
Και βδέλλα στον νωτιαίο μυελό…
Πριονίζεις την έρπουσα διαταραγμένη σου λίμπιντο
Νωρίς το θυμήθηκες αγαπητέ
Είπα πριονίζεις και όχι ιονίζεις
Σύνελθε.
Ακόμα χαίρεσαι με τη χαρά; (σύστιχο το λέγαμε αυτό)
Και πόσα μονοπάτια ακόμα με ποιήματα…
Ας σε έχει καλά ο Όσιρις στο Μαύρο Δωμάτιο
Εγώ περιμένω τον συριγμό των τεθνεώντων

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007

Το μέσα βλέμμα


Μέχρι και οι λαμπτήρες έσβησαν μόνοι τους
Δεν άντεξαν, από ντροπή να φωτίζουν τις σκέψεις μας
Νιώσαμε υγροί και σκοτεινοί ως το μεδούλι
Σαρκάσαμε την ανοχή του οίκου μας
Ταπεινωμένοι ενώσαμε τα χέρια
Συμφωνίες στο φως του σκότους
Γλείψαμε την αλήθεια που ζει στις σκιές
Στις σκιές που αφήνουν οι παρακαταθήκες
Κι ήταν 4 το πρωί όταν φύσηξε ο αγέρας
Και σκίρτησε το άτιμο πονηρό ζουλάπι
Λες και έψαχνε πώς θα στείλει ορδές να μας κατασπαράξουν
Λες και δεν μπορούσαμε να το πράξουμε μόνοι μας…
Χτύπησαν κόκκινο οι κόρες των ματιών
Τόσο σκότος … τόσο σκότος ίδιο με το Λευκό Φως της Σωτηρίας
Λίγο ακόμα και θα εκραγούν οι κόρες των ματιών
Δε βλέπουν, δεν αντιφεγγίζουν, μόνο γυρίζουν
Με απροσδιόριστο σπιν…
Δεν μας πείραξε
Τις αφήσαμε να σπάσουν
Ρουφήξαμε τα υγρά τους ως την παρεγκεφαλίδα
Είδαμε ο ένας τα βλέμματα του άλλου 
είδαμε τα Φαντάσματα που μας ερεθίζουν
Και ζήσαμε ευτυχείς στο σκότος…

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Gemini - Ζεύγος


Δεν πρόλαβαν να χαρούν τον εσμό της δικαίωσης
Ενταφιάστηκαν την χαραυγή
Χαμένες τόσες θεραπείες...
Τόσος αγώνας για στερητική ανάταση...

Παραταγμένοι ήταν στη σειρά οι στρατιώτες
Σε στύση ήταν τα όπλα τους
Έτοιμοι να πυροβολήσουν προς τιμή Των...
εις μνήμην Των...

Κηδεύτηκαν με κάθε τιμή
Είχαν αγωνιστεί εντίμως
Με προτεραιότητα πάντα στους συνανθρώπους Των...
Οι φίλοι και οι συγγενείς των παρευρέθησαν εις το γεύμα
Συμμετείχαν επίσης εις το όργιο που ακολούθησε

Σε γυάλα είχαν βάλει τα γεννητικά όργανα του Ζεύγους
Αντί για φωτογραφίες των νεκρών γεννητόρων
πρόβαλλαν σε οθόνες Video Art
Ένας επιτήδειος είχα φτιάξει κλιπ αναπαριστώντας το Ζεύγος σε στιγμές περίπτυξης
Ομολόγησε υπερήφανος ότι μέχρι να το τελειώσει είχε εκσπερματίσει 6969 φορές
Μα το αποτέλεσμα άξιζε!
"Ήταν τέλειοι οι συχωρεμένοι - το Τέλειο Ζευγάρι"
Ένα μακρύ - μακρύ όργιο στη μνήμη Των θα τους καθαγίαζε
Εξάλλου μίλαγαν κι Αυτοί συχνά για τον Διόνυσο και λοιπά και λοιπά...

Ήπιαν τα υγρά από την πεπατημένη αιδώ

Εξεράγη, αίφνης, η γυάλα με τα όργανα Των
Κι αναφώνησαν οι συνδαιτημονες "Θαύμα!... Θαύμα!..."
κι άρχισαν να προσκυνούν
τα αποσπασμένα μέλη των νεκρών Γενητόρων

Χαρμόσυνα χτυπούσαν οι καμπάνες
διατρανώνοντας το Παγκόσμιο Πένθος!

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2007

Μετουσίωση



Καθόμουν βυθισμένος στην πολυθρόνα μου
Ήταν φτιαγμένη από πάγο

Γυναικεία κραυγή διαπέρασε τις Βοήμιες ωτασπίδες μου
Μέσα από τα πλεξιγκλάς μάτια μου 
είδα μονόφτερη κίχλη να χτυπιέται στο ημιπερατό από το φώς τζάμι μου,
είδα Αυτήν να πέφτει γυμνή από τον απέναντι βράχο

Στη θέα της πτώσης έκανα μια ευχή: παντοτινή ευτυχία

Όπερ και εγένετο:
τα μετατάρσιά μου μετουσιώθηκαν σε πολυεδρικούς αστρίτες
Δύο από αυτούς σάλεψαν
Με συριγμούς μέσα από τις διχαλωτές τους γλώσσες
Και από θηλυκά μετουσιώθηκαν σε γυναίκες
Κάποια μάνα και κάποια (άσχετη) κόρη
που μου σέρβιραν σε ταριχευμένη μέδουσα το μυομήτριό Της 
Ήταν διακοσμημένο με ψυχανθή

Έπειτα γύρισαν στον Καύκασο

Ενώ Αυτή ακόμα έπεφτε...

Θε μου! Πόση ευτυχία!!!

Ας είναι ευλογημένο το όνομά σου

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2007

Λεληθότως


Αποστρέψαμε το βλέμμα από τις οιμωγές των τρωκτικών
Quelle banalite!...
Εστιάσαμε στην μικροσκοπική γιγαντοοθόνη
“No Signal” μετέδιδαν τα ηχεία εν είδει σειρήνας
Υψίσυχνοι συριγμοί ανάδευαν στεναγμούς ηδονής και ωδίνης
Δεν το αντέξαμε
Γίναμε διάφανοι και ω! του θαύματος!
Απωλέσαμε (επιτέλους) τον ίσκιο μας.
Ευθύς στοιχήθηκαν οι σκέψεις μας στη σειρά
Το ευτύχημα είναι ότι παίξαμε μαζί τους
Τις χαϊδέψαμε, τους κάναμε καψώνια
Ήταν καλές μαζί μας...
Ώσπου τις ρωτήσαμε "ποιος είναι ο δρόμος για ένα Άστρο;"
Έκαστη σκέψη μας ράπισε δις
Ύστερα σπρώξαμε την πρώτη και καλύτερη, αυτήν της Επιβίωσης,
Έπεσαν όλες υπακούοντας στον νόμο της Μαθηματικής Επαγωγής
Έτρεξε εκτόπλασμα από τα σκέλη τους
Το μαζέψαμε, το αλείψαμε στους λαγόνες
Και μετά, όπως ήταν φυσικο, κληθήκαμε για το Νηκτικό Δείπνο
Καταβροχθίσαμε με βουλιμία το παρελθόν μας
Και γρυλίσαμε ευχαριστημένα, εμείς, τα γουρούνια της Κίρκης

Χαίρε ήθος (στον A. Schoenberg)


Χαίρε ήθος, και ήθος των δημίων
Ήθος των απόστρατων συλλογισμών
Χαίρε ήθος σεσημασμένο στα σανατόρια του Λευκού Όρους
Ώριμο προς ανάπτυξη επί των λεμφαδένων
Χαίρε ήθος στρεπτό και οξύρρυγχο
Γεννημένο εκ της κεφαλής του επιληπτικού άνω θρώσκοντος
Αφελώς υιοθετηθέν από τους φορείς της λεϊσμανίασης
Εσχάτως εντοπισθέν υπό της κανδέλας της εναντίωσης
Χαίρε ήθος ως χρησμός σιβυλλικός και ερμαφρόδιτος
Ίσκιος διαγεγραμμένος επί της σιγμοειδούς μου σκολίωσης
Γλυκόπικρη παρατρεχάμενη συντροφία της λοβοτομής μου
Χαίρε ήθος κομψό ως κορώνα της Ασμαχάν
Χαίρε σαρκοβόρο αίτιο δράσης των βλεννογόνων μου
Χαίρε μελανόμορφε αντλιοστάτη της ντοπαμίνης μου

Συνάντηση


Μπήκαν σιωπηρά στο δωμάτιο
Σήκωσαν την κουβέρτα και βρήκαν ένα φεγγάρι
Λιωμένο από το κρύο
Μοβ αναταράξεις εκλύονταν από την περιφέρειά του
Φωνές που ικέτευαν για ελεημοσύνη φλέγονταν στο κέντρο
Μυρωδιά καμένης ανάμνησης
Ουρές ερπετών κινούνταν στο διηνεκές
Χορός του πανικού μέσα σε τετράγωνες σκέψεις
Συνοφρυώθηκε το Ατμαν
Αδέσποτοι παφλασμοί των βλεφάρων έσκαγαν
Κάθε ενάμισι δευτερόλεπτο στην κοίτη του θανάτου
Ατένισαν τον οπιούχο αέρα του δωματίου
Και ξέπλυναν τα μάτια τους με άμμο θαλάσσης

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2007

Από τα Φαγιούμ


Ματαιότητα. Επιφάνεια κόκκινου πάγου.
Δεν μπόρεσα να μπήξω τα νύχια
δεν κατάφερα ένα χτύπημα
εκμεταλλευόμενος τη λιγοστή μου δύναμη
για επιβολή.
Εχασα τον προσανατολισμό. Εγινα έρμαιό της.
Με εξάρθρωσε.
Μου έφαγε τις αισθήσεις- Τυφλός, παραιτημένος
να στριφογυρίζω στο πουθενά.
Να μην ελέγχω την πτώση
στην άλω των δευτερολέπτων
τη στέρηση και την επιλογή να διευκρινίζω
την εφικτή αιωνιότητα
ίσως και το φανταστικό της επιστέγασμα.



Σημείωση: θα ήθελα αυτούς τους στίχους του Γιώργου Λίλλη να τους είχα σμιλεύσει εγώ. Ευτυχώς ... έπεσαν σε καλά χέρια!

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2007

Ακούσια επέμβαση


Πήρε τη μεγάλη απόφαση να περπατήσει στο τσιμέντο
Μα ήταν φρέσκο και βούλιαξε μέσα στις αναμνήσεις της
Της τείναμε χέρι βοηθείας
Αλλά οι αναμνήσεις της και οι αναστολές της δεν είχαν έλεος
Οπισθοχωρεί, χορεύει σε σκοτοδίνες βενζόλιου
Πέφτει!...
Επανέρχεται με τριγμούς και οδυρμούς
Σε ένα Πανδοχείο στη μέση της επαρχιακής οδού «Θέλω – Ορίζομαιι»
Σφίξαμε τα χείλη, προτάξαμε τα στήθη μας
Της φωτίσαμε το πρόσωπο
Κι είδαμε τη φωτιά στις κόρες της
Τις αστραπές στις παρειές της
Τους δαιδαλώδεις ηλετροφόρους αγωγούς της υπόφυσης
Της στείλαμε ανάσες με χείλη κρεμώδη
Της στείλαμε κεραυνούς από τα βάθη της Ιωνίας
Και μέντα από την Ζώνη της Ιππολύτης
Κι αυτή μας ανταπέδωσε ανάσες από φρέσκο χιόνι
Και εκπνοές χλωροφόρμιου
Με υψηλούς δείκτες Ελ-Ες-Ντι
Και με γαλήνη παιδική
Κάτι έπρεπε να φυλάξουμε από το μέλλον της, από τα παιδιά της
Ύστερα ξέσπασε σε ψιθύρους βουρλίζοντας τους Τροπικούς
Για πρωινό προτίμησε ίνες αμιάντου παρμένες από τις κόγχες πρωτόπλαστων
Σερβιρισμένες στο Μεγάλο Όραμα!...
Όλα πήγαν καλά.
Ανάψαμε τα φώτα της Στρογγυλής Πλατείας για να φωτίσουν τη μέρα μας.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2007

Σπασμοί στο επέκεινα


Ανθοφόρες κακοτοπιές
Κατευθυνόμενα γυμνάσματα στους ιστούς του Αοράτου
Περίπατοι στα δίκτυα της Eιμαρμένης
Ανθρώπινη Ψυχή, Ανθρώπινη στόφα
Βαυκαλίζεσαι με υπνοβότανα της υπερδιέγερσης
Ύστερα ξυπνάς στο ενύπνιό σου
Επιστρέφεις στους γαλακτικούς πόρους
Ανθρώπινη ψυχή! Χλιαρή στον ξύπνιο σου
Άλικη στο όραμά σου…
Χείλη… χείλη σχηματισμένα για να θηλάζουν Χαρά
(Από τις μάνες - τροφούς των κουφαριών που ωριμάζουν με ρυτίδες)
Να θηλάζουν Χαρά στους εξαίσιους δρόμους του πολέμου
Να θηλάζουν Χαρά στις γκρίζες σκοτεινές γωνιές των δωματίων
Να θηλάζουν Χαρά στους ανθοφόρους ορίζοντες
Να θηλάζουν Χαρά στον κακοτράχαλο βράχο
Να θηλάζουν Χαρά στα μονοπάτια της φωτιάς
Να θηλάζουν Χαρά στις σεληνιακές καταβυθίσεις
Να θηλάζουν Χαρά στου θανάτου την καταφρονεμένη εικόνα
Γεύση από Αστρα και Ατραπούς το Γάλα σου, Γυναίκα - Ζωή
Μπορώ να κοιτάζω τον Ουρανό γευόμενος την Πηγή σου
(κι ας μου τον κρύβεις!...)
Ανάσταση προς το Σώμα Σου…
Κοίτα με από ψηλά!
Σήκωσέ με!

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2007

Στη μνήμη της Μαρίας


Επειδή πάντα υπάρχει κάποιος που θυσιάζεται για να σε φέρει κοντά στους πιο μύχιους φόβους σου...

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2007

Φύλακας στο σκότος του φωτός


Τώρα πια δεν χαϊδεύω
Αγαπάω κάθε τι σκληρό
Έμαθα πως πρέπει να το αγαπήσω
Να ζήσω σε αγαστή σύμπνοια μαζί του
Να γίνει τροφή μου, σάρκα μου, αίμα μου
Να φέρει αρχαία σκουριά
Να είναι τόσο σκληρό το φώς του όσο το σκοτάδι
Να μπορεί να ακούει το θάνατο και να γελά
Στους χτύπους του, στα καλέσματά του
Μην με ρωτήσετε σε τι ελπίζω
"Χρωματίζω πουλιά και περιμένω να κελαηδίσουν"
Βγάζω τη γλώσσα με αυθάδεια σε αυτά που αγάπησα παιδί
Χτύπησα θέσεις εξτρέμ
Το δικαιούμουν κι εγώ εξάλλου, έτσι δεν είναι;
Μια ζωή στη μετριότητα, στην υπομονή, στην υποταγή
Και μόνο με τις κρυφές μου επιθυμίες θα μείνω
ή θα κάνω πως τις πραγματοποιώ, έτσι για να με δείτε
"Χρωματίζω πουλιά και περιμένω να κελαηδίσουν"
Μπορεί να παραμείνω ανέστιος και ανερμάτιστος
Δεν θα σας το καταμαρτυρήσω
Τίποτα δεν θα δουν τα μάτια σας
Τα μικρά πονηρά μάτια σας
Ούτε κι εσύ δεν θα το δείς
Και καθόλου να μην σε νοιάζει
(Προσποιήσου τουλάχιστον
Καν΄το τόσο καλά όσο κι εγώ)
Υπάρχει κάτι που δεν θα το μάθεις ποτέ
"Διαθέτω τεράστια αποθέματα δακρύων"
για ώρες που εσύ δεν φαντάζεσαι
Άλλωστε ... υπάρχει και το πιάνο ενός πιανίστα
που παίζει λες και παίζει για μένα, ναι για μένα,
Τόσο παράξενο είναι λοιπόν;
Θα αγκαλιάσω τα δαιμόνια μου
Θα ακούω τον πιανίστα φυλάγοντας το έρεβος του φωτός...

Τα σέβη μου

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2007

Το φως


Είναι αυτό το εκτυφλωτικό φως
που με κατατρέχει
που μπορεί και τα φέρνει όλα δυο μέτρα
από τις σκέψεις μου
Αυτό το λευκό που αδυνατώ
ν’ αντικρίσω κατάματα
και κλείνω τα μάτια σαν από ντροπή
Είναι τότε που φεύγω τρέχοντας
για να μη καούν οι πατούσες μου
να χωθώ στην προστατευτική αγκαλιά των νερών
θέ μου
με τι απλό τρόπο αποδίδεις δικαιοσύνη



Του φίλου Δημήτρη Χατζηνικόλα
τον ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη του...

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2007

Το Βαλς του Ενστίκτου


Χόρεψαν τα ξωτικά
Τόσο πολύ αγριεύτηκαν από την απόγνωση των ανθρώπων
Οι άνθρωποι ξένοι ανάμεσά τους
Άνθρωποι της Σκοτεινής και της Γαλάζιας Θάλασσας
Να ερίζουν για το Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Αληθινού.
Πόση αλήθεια κρύβει η θάλασσα!
(στο χώμα την τρώνε τα σκουλήκια)
Ας αρχίσει ξανά ο χορός, ΤΩΡΑ!
Τώρα που εγώ δεν θέλω να χορέψω
Θέλω να βλέπω στα σκοτάδια πλυμένων με άμμο μηρών
Να μη διακρίνω ούτε κι αυτά
Ούτε τα τινάγματα, ένθεν και ένθεν των καρωτίδων
Θέλω μόνος στα βράχια να μιλήσω
Να μου που αν τελειώνει, επιτέλους...
Όσο το βλέμμα αναστοράται τα χάδια στα σάρκινα βαθουλώματα
Όσο ο χορός των ξωτικών κρατά
Όσο δεν αρχίζει ο χορός των δερβίσηδων
Τα Βράχια της Νοτιάς, σε μένα, μόνο σε μένα θα δίνουν άφεση αμαρτιών
φωτίζοντας την διάφανη και περήφανη γύμνια των αληθινών ανθρώπων
Ήρθε η ώρα να χορέψουμε στην άμμο το Βαλς του Ενστίκτου

Το Βαλς του Ενστίκτου


Χόρευαν τα ξωτικά
Μια ορχήστρα αγγέλων έσπαγε τα νύχια της
Πάνω στα βιολοντσέλα
Ένα Τάγμα Αγγέλων, αφού το θέλετε,
Ξέσκιζε τις χορδές των βιολιών σαν να ήταν γκρανκάσες
Τη λάτρευαν με φθόνο εκείνη τη μουσική
Λες και αυτή ήταν κρυμένη και τους έκανε παιχνίδια μέχρι να τη βρούν
Πίστευαν - τα Αγγελούδια, βέβαια - πως η μουσική υπάρχει
Σε ένα υπεροχα αόριστο Μεγάλο Κάπου
Κι αυτοί μάτωναν τα νύχια τους για να την ξεθάψουν
Κάτω από δροσοσταλίδες, μέσα στη Λάβα του Πλήθους
ή στα εμέσματα των μελισσών που τρώνε ζάχαρη αντί για μέλι
Στις χοάνες των πλοίων και στις θάλασσες, τις γεμάτες βότσαλα
τις γεμάτες Άμμο, Άμμο, Άμμο
Χόρεψαν τα ξωτικά στις μνήμες των επερχόμενων ανθηρών ετών
και ειρωνεύτηκαν με την καρδιά τους
Το Φεγγάρι, τον Ήλιο (στο γέρμα του), το χαρτί και το μολύβι
Και αγκαλιάστηκαν
πάνω στο κατακρεουργημένο Βαλς
των κραυγών των Αγγέλων,
όταν με πύρινες γλώσσες Αυτοί αντί για δοξάρια
τους έπαιζαν το Βαλς του Ενστίκτου

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2007

Πυρσοί στον Υποθάλαμο


Τινάξαμε από πάνω μας τη σκόνη του καλοκαιριού.
Είχε σκάψει τους πόρους μας
Σμίλεψε το τρίχωμα μας.
Αναδύαμε στάχτη κι αλμύρα
Και ρίγανη, κι αλκοόλ παρακεντημένο από λοβοτομή.
Κλωθογυρίζαμε πάνω από τις παρωχημένες γέννες και τους μελλονικούς θανάτους
Σαν τα πουλιά που αρνούνται να ταφούν
Και γατζώνονται την ύστατή τους ώρα από ένα ξεσκισμένο σύννεφο
Κάναμε τα ακροδάχτυλά μας εργαλεία και καλοξυσμένα μολύβια
Για να στέλνουν μηνύματα σαν από φρυκτωρίες
μηνύματα σε εμάς, τους ανυπόφορα υποφερτούς
που νομίσαμε πως αγγίξαμε την άκρη του σύμπαντος
καθένας βέβαια με τον τον δικό του
- οπωσδήποτε ολόδικό του - τρόπο.
Νοήσαμε - μπορείς να πείς μέχρι και "κατανοήσαμε"
Πως οι σκιές για να μπορούν να πλανώνται με κύρος
Χρειάζονται μπόλικο φως μα και πολύ σκοτάδι
Να φωτίζει τη γύμνια τους
Μεγαλείο! για δες .! .. να γεύεσαι με χείλη σου το χείλος του γκρεμού
Και να μην πέφτεις . . .  για να χεις να το διηγείσαι
Στον εαυτό σου ... ΧΑ!!!

Τρίτη 31 Ιουλίου 2007

Bleeding roses


Διαβάζεις τούτες τις γραμμές
Τι περιμένεις να δεις;
Την ανάδυση των μυστηρίων;
Την αναβίωση των μυστικών;
Την αναγέννηση των σκέψεων;
Την αναπαράσταση των ονείρων;
Την ανακατανομή των συναισθημάτων;
Τις προβολές των παρωχημένων βούρκων σε μαύρο φόντο;
Το πέταγμα των γυπαετών;
Μάλλον την σιωπή της οχλοβοής...
Μάλλον το γέννημα της πεταλούδας και το θάνατο της προνύμφης

Τουρτουρίζουν οι κόρες περιμένονας να τελειώσει η γραμμή
Να πάρει σειρά η επόμενη μήπως κι ανακαλύψει κάτι...
Από τα αριστερά στα δεξιά και άντε πάλι ... η επόμενη
Eτούτη η γραμμή έχει γράμματα τριάντα επτά
Μέτρα τα! χα!... είχα δίκιο ... είναι τόσα
Πες μου, γιατί την έγραψα;
Ποιος στόχος με στοχεύει;
Ποιοι ριψάσπιδες με θέλουν για βιγλάτορα, ε;
Ποια μάνταλα κλειδώνουν της ψυχής μου τη φλόγα;
"Ποιοι δαίμονες ποτίζουν την καινούρια μου ζάλη;"
Ψαξτο, θα σε βρει
Και θα φωνάξει "φτου σε βρήκα ...  τα φυλάς"
Εντάξει, μέτρα! πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι, εικοσπέντε ....
ΒΓΑΙΝΩ
Περπατώ, περπατώ εις το δάσος....
"Ο Κακός ο Λύκος είμαι και σε κυνηγώ (λα! λα! λα!)...

Και πέρασε η ώρα

Και φύσηξε ο αέρας των τέσσερις τα ποιήματά του
Τα νέα ... τα Παλιά ...
Κι εσύ ακόμα το ψάχνεις...
Μα πού το ψάχνεις;
Η αλήθεια δεν είναι Στο Χέρι σου
Είναι Το Χέρι σου, Your Honor
Κι ο,τι αυτό κλείνει στα δάχτυλα και στα δαχτυλίδια

"Άσε με, πάλι, να σου πω ... "
Κείνο το παραμύθι που δεν τελειώνει Ποτέ ... Ποτέ!

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2007

Ρωγμές στον Μεγάλο Ήλιο


Σαν να τον κοιτούσαν μέσα από ρωγμές
Νόμιζε πως χρωστούσε γάλα στη μάνα του
Πίσω στο ομφάλιο λουρί θα γύριζε
Για να γίνονταν οι ρωγμές απλές αστραπές
Η υποδοχή σπουδαία στην προκυμαία του Κόσμου
Παράπονο δεν είχε
Οι γλάροι τον ενοχλήσαν μόνο
Κι όχι τίποτε άλλο, κάποτε τους λάτρευε σαν τον Ιωνάθαν
Μα σαν έμαθε πως αγαπάνε τα σκουπίδια
Άνοιξε άλλη μια ρωγμή και για αυτούς

Στείλε, Φέγγος, το επιούσιο Φως
Να σκίσει κάθετα τις ρωγμές
Κάνε το Νυχτέρι σου μια Νύχτα
Που οι Λύκοι θα έχουν δύο μάτια και οι άνθρωποι ακόμα κανένα
Να πάρω ευχή απ΄ το κυματόφωτο
Να εξαγνιστώ από το συρμό των διαδοχών
Να μεταλάβω από τον Αιώνιο Λαβομάνο που απαλλάσει από τις αθώες σκέψεις
Να αναπνεύσω την αχλύ της Μεγάλης Ζέστης

Τα σέβη μου